Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2023

Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Β΄ λυκείου (12) - Κ. Γ. Καρυωτάκης, [Είμαστε κάτι...]

Κ. Γ. Καρυωτάκης (1896-1928) [πηγή: Ψηφίδες για την ελληνική γλώσσα]

 

Λίγα λόγια για τον Καρυωτάκη και το έργο του

Ο Κ.Γ. Καρυωτάκης αναγορεύτηκε αμέσως μετά την αυτοκτονία του ως «ο αντιπρόσωπος μιας εποχής». Πρόκειται για ένα χαρακτηρισμό που, ενώ αρχικά χρησιμοποιείται με θετικό νόημα, προσλαμβάνει στη διάρκεια της δεκαετίας του ’30 αρνητική σημασία γιατί συνδυάζεται με την αντίδραση στη βαριά ατμόσφαιρα της δεκαετίας του ’20. Πράγματι «η εποχή του Καρυωτάκη» παρουσιάζει ένα πλέγμα από πολιτικά, κοινωνικά και ιδεολογικά προβλήματα: Εθνικός Διχασμός, Μικρασιατική Καταστροφή, προσφυγικό πρόβλημα, παγκαλική δικτατορία, πολιτική αστάθεια, κυβερνητική κρίση, ανεργία. Τον ορίζοντα της εποχής σκιάζουν οι εικόνες του θανάτου, της ήττας, της αρρώστιας, της προσφυγιάς και της φτώχιας. Η επιθυμία της γενιάς του ’30 να παραμερίσει αποφασιστικά αυτό τον ορίζοντα συμπαρασύρει και τους λογοτέχνες που δημιούργησαν το έργο τους μέσα στην γκρίζα ατμόσφαιρά του.

Οι ποιητές και οι πεζογράφοι της πρώτης μεσοπολεμικής δεκαετίας χαρακτηρίζονται ως εκφραστές της «παραίτησης», «της φυγής», «της απιστίας», της «εγωπάθειας», της «απαισιοδοξίας», της «παρακμής», της «μικροαστικής μιζέριας», «του «κοινωνικού περιθωρίου», της «παραδοσιακής στιχουργίας», αλλά και της «στρατευμένης τέχνης». […]

Το 1922, [ο Καρυωτάκης] είναι ήδη καταξιωμένος στο μικρό πνευματικό κύκλο της πρωτεύουσας. Αν με τον Πόνο του ανθρώπου και των πραμάτων το 1919 είχε ήδη ξεχωρίσει, με τα Νηπενθή (1921) αναγνωρίζεται πλέον ως ένας γνήσιος λυρικός ποιητής με προσωπικό ύφος. Η ποίησή του ωστόσο δεν ξεπερνά ακόμα τα όρια του εγχώριου νεοσυμβολισμού. Βρισκόμαστε δηλαδή μακριά από τα Ελεγεία και Σάτιρες (1927). Τι μεσολάβησε και η ποίηση του Καρυωτάκη, από λυρική, ελεγειακή και χαμηλόφωνη, έγινε, χωρίς να αποβάλει τη μουσική της υπόσταση, τραγική, ρεαλιστική και εντέλει ανατρεπτική; Μέσα από ποιους δρόμους αναδείχθηκε όχι μόνον ως «ο αντιπροσωπευτικός μιας εποχής», αλλά ως ένας ποιητής που ξεπέρασε την εποχή του;

Οι απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα συνδέονται με ένα πλέγμα ισχυρών παραγόντων. Η δημοσιοϋπαλληλία, η σύφιλη, τα συναισθηματικά αδιέξοδα, η σοβαρή μαθητεία του στην περιοχή της ευρωπαϊκής και της εγχώριας ποίησης είναι στοιχεία προσωπικής ιστορίας που βρίσκουν τον τρόπο να μετουσιωθούν σε ένα έργο εξαιρετικής δραστικότητας, επειδή οι ρίζες τους απλώνονται στο συγκρουσιακό ιδεολογικό υπέδαφος του καιρού του: […]

Χριστίνα Ντουνιά, Κ.Γ. Καρυωτάκης. Η αντοχή μιας αδέσποτης τέχνης, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2000, 25-26 & 33-34.

[πηγή: Ψηφίδες για την ελληνική γλώσσα]

 

Αυτοπροσωπογραφία του Κ. Γ. Καρυωτάκη [πηγή: Ψηφίδες για την ελληνική γλώσσα]

 

Κ. Γ. Καρυωτάκης, [Είμαστε κάτι...]

 

Άξονες μελέτης

1. Στιχουργική. Tα χαρακτηριστικά του σονέτου1.

2. Εικονοποιΐα και ερμηνεία.

 

Ανάπτυξη

1. Το ποίημα είναι γραμμένο στη φόρμα του σονέτου:

(α) τετράστροφο, με τετράστιχες τις δύο πρώτες και τρίστιχες τις επόμενες στροφές (4–4–3–3).

(β) ομοιοκαταληξία σταυρωτή στις δύο πρώτες στροφές. Στις επόμενες πλεχτή: ομοιοκαταληκτούν ο 1ος και ο 3ος της προτελευταίας με το 2ο στίχο της τελευταίας στροφής, και ο 2ος της προτελευταίας με τον 1ο και τον 3ο της τελευταίας. Η ομοιοκαταληξία είναι φροντισμένη.

στροφή 1η: α ββ α (σταυρωτή)

στροφή 2η: α ββ α (σταυρωτή)

στροφή 3η: γ δ γ (πλεχτή)

στροφή 4η: δ γ δ (πλεχτή)

 

(γ) ο στίχος είναι ενδεκασύλλαβος και το μέτρο είναι γενικά ιαμβικό, αλλά με εμφανείς διαφοροποιήσεις ιδίως στην πρώτη στροφή2. Η μετρική αυτή ασυμμετρία δεν οφείλεται βέβαια στην αδυναμία του ποιητή ούτε είναι τυχαία. Επιλέχτηκε σκόπιμα, για να αναδείξει καλύτερα το νόημα του ποιήματος: ο ποιητής διαλύει τη μετρική ισορροπία και αποδιοργανώνει τη φόρμα, για να τονίσει το κλίμα αποδιοργάνωσης και διάλυσης της εποχής.

 

2. Στο ποίημα δεσπόζουν τρεις εικόνες σαφώς απαισιόδοξες: η πρώτη (πρώτη στροφή), εμφανίζει διαλυμένες κιθάρες που παράγουν φάλτσους ήχους τυχαία, χωρίς σκοπό· η δεύτερη εικόνα (δεύτερη στροφή), κάπως ειρωνική, μιλάει για περίεργες κεραίες που, αν και απλώνονται ψηλά, γρήγορα θα καταρρεύσουν· η τρίτη (τρίτη στροφή), μιλά για αισθήσεις που δεν έχουν ξεκάθαρο χαρακτήρα. Οι εικόνες πρέπει να διαβαστούν μεταφορικά, για να αντιληφθούμε το νόημά τους.

Ο ποιητής χρησιμοποιεί το α΄ πληθυντικό πρόσωπο, γιατί αναφέρεται στους ανθρώπους της εποχής του (ίσως και στους ποιητές της γενιάς του ειδικότερα)· στην 1η στροφή τους παρομοιάζει με διαλυμένες κιθάρες («…κάτι ξεχαρβαλωμένες…, …στις χορδές που κρέμονται σαν καδένες.»), που παράγουν ήχους φάλτσους, μόνο όταν κάποιο τυχαίο γεγονός τις δονήσει. Έτσι βλέπει και τους ανθρώπους γύρω του: κατεστραμμένους, τσακισμένους ψυχικά, χωρίς μια συγκεκριμένη αντίληψη ή βιοθεωρία σχηματισμένη από τους ίδιους. Όταν μιλήσουν, παρακινημένοι από ένα τυχαίο εξωτερικό γεγονός, θ’ ακουστούν ασυναρτησίες («Ο άνεμος, όταν περνάει… ξυπνάει»). Αν θεωρήσουμε ότι αναφέρεται ειδικά στους ποιητές της γενιάς του, θα μπορούσαμε να πούμε ότι τους βλέπει αποδιοργανωμένους και ανήμπορους να δώσουν υψηλού επιπέδου ποίηση.

Η 2η στροφή περιγράφει το κλίμα της διάψευσης και της διάλυσης: οι άνθρωποι μοιάζουν με περίεργες κεραίες, που αν και φαίνονται όρθιες, περήφανες και σταθερές, στην ουσία στοχεύουν στο χάος, δηλαδή σε τίποτα συγκεκριμένο και ουσιαστικό, και γρήγορα θα καταρρεύσουν και θα ταπεινωθούν («…απίστευτες αντένες/ …γρήγορα θα πέσουνε σπασμένες.»). Αντίστοιχα, αν θεωρήσουμε πως αναφέρεται στους ποιητές της εποχής του, θα λέγαμε ότι αυτοί φαίνονται πρωτοπόροι και δυναμικοί (Υψώνονται … στα χάη), αλλά η εικόνα είναι πλασματική: στην πραγματικότητα είναι καταδικασμένοι σε αποτυχία.

Στο ίδιο κλίμα αποδιοργάνωσης κινείται και η τρίτη στροφή: ο κόσμος δεν έχει καταφέρει να φτιάξει ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, δεν έχει πάρει μια μορφή με σταθερά και αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά. Άτομα χωρίς σκοπό, χωρίς ελπίδα και προσδοκία, χωρίς κανένα όραμα συγκεκριμένο («…διάχυτες αισθήσεις/χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε./Στα νεύρα μας μπερδεύεται όλη η φύσις.»). Σύμφωνα με τους στίχους του, στην εποχή του επικρατεί η σύγχυση και το αδιέξοδο.

Η τελευταία στροφή εκφράζει έντονα την απόλυτη απελπισία. Ο πόνος βρίσκεται παντού: και στο σώμα και στη μνήμη, η οποία παραπέμπει σε ένα εξίσου θλιβερό παρελθόν («…στην ενθύμηση πονούμε»: εννοεί ότι δεν έχουμε κάτι αισιόδοξο να θυμηθούμε ή ότι τα πιο ευτυχισμένα χρόνια πέρασαν και τώρα που τα θυμόμαστε πονούμε/μελαγχολούμε;). Το παρόν, η εποχή τους, είναι κι αυτό αφιλόξενο («μας διώχνουνε τα πράγματα») και η μόνη διέξοδος, η ενασχόληση με την ποίηση, είναι ανεπιθύμητη. Η τελευταία ιδέα, που δίνεται με έναν από τους γνωστότερους στίχους του Καρυωτάκη (…κι η ποίησις/είναι το καταφύγιο που φθονούμε.»), εκφράζει ζωηρά το πλήρες αδιέξοδο: οι άνθρωποι, και καλύτερα οι ποιητές, φθονούν την Ποίηση, γιατί αναγκάζονται να καταφύγουν σε αυτή, θέλοντας να ξεχάσουν το αδιέξοδα της πραγματικότητας. Θα ήθελαν να χαίρονται την καθημερινή ζωή, αλλά αυτή τους απογοητεύει και έτσι στρέφονται στην Ποίηση, για να βρουν λίγες στιγμές απόλαυσης και ευτυχίας.

Μια άλλη ερμηνεία θα ήταν ότι οι ποιητές φθονούν την Ποίηση, ίσως γιατί δεν μπορούν να την κατακτήσουν: οι ποιητές της γενιάς/εποχής του δε διακρίνονται για την ποιότητα των στίχων τους· δεν είναι καλοί ποιητές. Επομένως, μπορεί η ποίηση να είναι το καταφύγιό τους, αλλά δεν τους δίνει την ικανοποίηση, την ολοκλήρωση.

 

Σημειώσεις

[1] Βλ. Θρασύβουλου Σταύρου, Νεοελληνική μετρική, σελ. 121.

[2] Παρεκκλίσεις από το ιαμβικό μέτρο: (α) στ. 2 τελεία στη μέση μετρικού πόδα («κιθά ρες.Οά νεμος»)· (β) στ. 3 τροχαίοι στην αρχή του στίχου· (γ) στ. 4 ανάπαιστοι (στις χορδές, σαν καδέ-νες) στην αρχή και στο τέλος του στίχου. Για να γίνουν κατανοητές αυτές οι διαφοροποιήσεις, να μελετηθεί πρώτα η στιχουργική στη β΄ στροφή, όπου είναι ομαλή.

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: