Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κατοχή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κατοχή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2025

Αλέκος Σακελλάριος, Η «μπανισμένη»

πηγή: ogdoo.gr

Στα χρόνια της Κατοχής, οι κινηματογράφοι πέρασαν δύσκολες μέρες, μια και δεν υπήρχαν ταινίες για να κάνουν τη δουλειά τους. Για αμερικάνικες ταινίες, βέβαια, ούτε λόγος να γίνεται. Έτσι η αγορά προ­σπαθούσε να βολευτεί με τις λιγοστές και κακές ταινίες της ναζιστικής Γερμανίας και με μερικές άλλες, που μας έρχονταν από τις κατεχόμενες χώρες της καθημαγμένης Ευρώπης και που, οπωσδήποτε, οι κι­νηματογραφόφιλοι, που μισούσαν καθετί γερμανικό, τις προτιμούσαν από τις ναζιστικές παραγωγές. Όπως και να ’χε το πράγμα, όμως, οι ται­νίες αυτές ήταν τόσο λίγες, που δεν μπορούσαν να καλύψουν τα προγράμματα των αθηναϊκών κινηματογράφων, πολλοί απ’ τους οποίους -ανάγκα και θεοί πείθονται- έγιναν τελικά θέατρα. Θέατρο, λοιπόν, έγινε και το «Πάνθεον», ένας από τους πιο παλιούς και πιο κοσμικούς κινηματογράφους της Αθήνας, που ήταν ακριβώς απέναντι από το «Ρεξ», και που τώρα πια δεν υπάρχει, μια και γκρεμίστηκε πριν από χρόνια.

Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2024

Αλέκος Σακελλάριος, "Μπράβο, Κολονέλλο"

Εμπρός της Ελλάδος παιδιά. Έγχρωμη λιθογραφία 100x70 εκ. Έργο φιλοτεχνημένο από τον Κώστα Γραμματόπουλο. Αθήνα, Φωτογραφικό Αρχείο Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος. Πηγή: φωτογραφικό αρχείο ιστοσελίδας Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού



Με το χαμόγελο στα χείλη

πάν’ οι φαντάροι μας μπροστά...

 

Κι έτσι ήταν, δηλαδή... πραγματικά «με το χαμόγελο στα χείλη» ξε­κίνησαν εκείνο το πρωινό της 28ης Οκτωβρίου τα ελληνικά νιάτα, για να γράψουν με τη λόγχη τους μια από τις πιο ένδοξες σελίδες της Ιστο­ρίας μας, στα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας. Με το χαμόγελο στα χείλη έφυγαν αυτοί που έφυγαν για το μέτωπο. Με το χαμόγελο στα χείλη έμειναν κι αυτοί που έμειναν πίσω, στα μετόπισθεν. Βασικό όπλο στον πόλεμο του ’40 το χαμόγελο! Με το χαμόγελο αντιμετώπισαν όλοι οι Έλληνες τον μαυροπουκάμισο καραγκιόζη του Παλάτσο ντε Βενέτσια, που μέσα στη χοντροκέφαλα του είχε δημιουργηθεί η πεποίθηση ότι ο πόλεμος στην Ελλάδα δεν θα ήταν παρά ένας διασκεδαστικός περίπατος για τους κοκορόφτερους φασίστες του.

Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2024

Αλέκος Σακελλάριος, Οι φάρσες μέσα στην Κατοχή

Αλέκος Σακελλάριος (1913–1991). Πηγή: ert.gr


Ο Δημήτρης Χορν δεν ήταν πάντα ένας σοβαρός, κομψός και γκρίζος κύριος, όπως είναι σήμερα. Κάποτε -δεν λέμε πότε- ήταν ένα τρελόπαιδο, που το έλεγαν Τάκη και που ήταν έτοιμο, πάντοτε, να πάρει μέρος σε κάθε είδους τρέλα της εύθυμης και νεανικής τότε συντροφιάς.

Πρώτος και καλύτερος στις φάρσες, δεν άφηνε σε χλωρό κλαρί τους φίλους του, μια κι είχε την ευχέρεια να τους ξεγελάει με τις εκπληκτικές μιμήσεις που έκανε. Θυμάμαι μια φορά που πήρε τους πιο πολλούς από τους θεατρικούς συγγραφείς σαν Θόδωρος Συνοδινός -ο Συνοδινός ήταν τότε πρόεδρος της Εταιρίας Ελλήνων θεατρικών Συγ­γραφέων- και τους κάλεσε, επειγόντως, στα γραφεία της Εταιρείας, για ένα «πολύ σοβαρό» ζήτημα. Οι περισσότεροι την έπαθαν. Και θα την πάθαινα φυσικά κι εγώ, αν στο τέλος του τηλεφωνήματος δεν ξεκαρδιζόταν στα γέλια.

Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2024

Αλέκος Σακελλάριος, Ιστορίες της Κατοχής

Χαρακτικό του Τάσσου για το μπλόκο της Κοκκινιάς (17 Αυγούστου 1944). Πηγή: Wikipedia


Εφιαλτικές ήταν τότε οι κατοχικές νύχτες που περνάγαμε οι Αθη­ναίοι με την απειλή των «μπλόκων».

Τι ήταν, όμως, τα «μπλόκα»; Οι παλιότεροι θα τα θυμούνται, ασφαλώς. Κάθε λίγο και λιγάκι οι Ναζί απομόνωναν μια συνοικία -έκαναν μπλόκο-, μάζευαν είκοσι, τριάντα, πενήντα ανύποπτους άνδρες, που τους μετέφεραν σαν όμηρους για τα θηριώδη αντίποινα που έκαναν σε περιπτώσεις σαμποτάζ.

Είχε κυκλοφορήσει, ακόμα, και η φήμη ότι πολλοί από αυτούς που μάζευαν στα «μπλόκα» τους έστελναν στη Γερμανία ή για να δουλέψουν σαν εργάτες ή για να τους κλείσουν σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως, όπου, μαζί με τους Εβραίους, τους έριχναν σε φούρνους και τους «έκα­ναν σαπούνια». Κι είναι μυστήριο πώς έφτασαν στην κατεχόμενη Αθήνα όλες αυτές οι φρικιαστικές πληροφορίες, οι περισσότερες από τις οποίες τόσο τραγικά επιβεβαιώθηκαν, όταν τέλειωσε ο πόλεμος.

Πέμπτη 15 Αυγούστου 2024

73 εικοσιτετράωρα πριν από τον πόλεμο

Το ΒΠ Κ/Δ ΕΛΛΗ στη διάρκεια του μεσοπολέμου. Βυθίστηκε στις 15 Αυγούστου 1940 στην Τήνο, σε ειρηνική περίοδο, από ιταλικό υποβρύχιο. Πηγή: Βικιπαίδεια



Ο τορπιλισμός της Έλλης μέσα από την πένα του σπουδαίου θεατρικού συγγραφέα και σκηνοθέτη Αλέκου Σακελλάριου.


ΤΑ «ΚΥΒΕΛΕΙΑ» ήταν ένα παλιό κλασικό καφενείο με τους μεγάλους καθρέφτες, τους πέτσινους καναπέδες και τα μαρμάρινα τραπεζάκια, που επάνω τους οι πελάτες έκαναν τους λογαριασμούς τους και ζωγράφιζαν τους επιτελικούς χάρτες του πολέμου, που είχε αρχίσει ήδη στην Ευρώπη.

Δευτέρα 25 Οκτωβρίου 2021

Χρήστος Γιανναράς, Μια μαρτυρία για την Κατοχή

Χρήστος Γιανναράς [πηγή: Βικιπαίδεια]

 

 Τρίτη τάξη του δημοτικού σημαίνει για μένα: χειμώνας του ‘43-’44. Πάντα Κατοχή και στέρηση –πείνα. Ο φούρνος μας μοίραζε με το δελτίο αντί για ψωμί ένα περίεργο κατασκεύασμα από καλαμποκάλευρο, κολλημένο σε τσιγαρόχαρτο για να μην τρίβεται. Το λέγαμε «μπομπότα». Μας έδιναν και στο σχολειό ένα άθλιο συσσίτιο: κουρκούτι, που με φοβερή δυσκολία το καταπίναμε, και πατάτες βραστές μέσα σε λίγο λάδι ταγγιασμένο. Γεύσεις ανεξάλειπτες για μια ολόκληρη ζωή.

Η μητέρα έτρεχε απελπισμένη να εξοικονομήσει κάτι περισσότερο. Άρχισε να πουλάει κοσμήματα, ασημένια μαχαιροπήρουνα. Έτσι, δεν μας έλειψε τουλάχιστον το λάδι. Θυμάμαι τον κουστουμαρισμένο μαυραγορίτη που μας το έφερνε στο σπίτι με χίλιες-δυο προφυλάξεις. Απ’ όλους μας, πιο αδύνατη κι εξαντλημένη ήταν η μητέρα –πετσί και κόκαλο. Φοβόμουν γι’ αυτήν. Κάποια στιγμή παζάρεψε στο Μοναστηράκι και τις βαριές σιδερένιες πόρτες του αντιαεροπορικού καταφυγίου που διέθετε το σπίτι μας. Και τις πούλησε για λίγο λάδι.

Το σπίτι μας ανήκε, από τα νοίκια του προσπαθούσαμε να ζήσουμε. Κρατούσαμε εμείς το ισόγειο και νοικιάζαμε τους τρεις ορόφους. Στον ένα έμενε ο Γεώργιος Παμπούκας, καθηγητής της Γεωπονικής και υπουργός Γεωργίας στην κατοχική κυβέρνηση. Δύο ορόφους κρατούσε η οικογένεια Καρούσου: είχαν το μεγαλύτερο αρτοποιείο-ζαχαροπλαστείο της Αθήνας, στην οδό Πανεπιστημίου. Ο γιος Καρούσος ήταν παντρεμένος με την κόρη του Λογοθετόπουλου, πρωθυπουργού της κατοχικής κυβέρνησης. Στις δεξιώσεις των Καρούσων γέμιζε η πολυκατοικία γερμανούς αξιωματικούς, μυρωδάτες κυρίες, πρόσωπο της κυβέρνησης. Την άλλη μέρα ο σκουπιδοτενεκές τους ήταν στόχος της φτωχολογιάς.

Η μητέρα προσπαθούσε να πείσει τον Καρούσο να μας δίνει το ενοίκιο σε αλεύρι –ο πληθωρισμός είχε αχρηστέψει το χρήμα. Ο Καρούσος δέχτηκε μόνο να συμπληρώνει το νοίκι –μια φορά το μήνα- με τέσσερα μικροσκοπικά, άσπρα και αφράτα ψωμάκια. Ένα για κάθε παιδί. Τα γευόμασταν σαν να προέρχονταν από παραμυθένιο κόσμο.

Χρήστος Γιανναράς, Καταφύγιο Ιδεών, εκδ. Ίκαρος, σελ.21-22