Παρασκευή 13 Μαρτίου 2026

Αρχαία Ελληνικά Β΄ λυκείου – αδίδακτο (6) – (Ψευδο)Αἰσχίνης, Ἐπιστολαί 3, 1-3

Προτομή του Θεμιστοκλή της ρωμαϊκής εποχής σε «Αυστηρό στυλ», βασισμένη σε ελληνικό πρωτότυπο (Αρχαιολογικό Μουσείο της Όστια, Ρώμη). Το χαμένο πρωτότυπο αυτής της προτομής, που χρονολογείται περίπου στο 470 π.Χ., έχει περιγραφεί ως «το πρώτο αληθινό πορτρέτο ενός Ευρωπαίου». Πηγή: Βικιπαίδεια

 (Ψευδο)Αἰσχίνης, Ἐπιστολαί 3, 1-3

«Ουδείς προφήτης στον τόπο του». Αυτό φαίνεται να υποστηρίζει ο ρήτορας Αισχίνης (περ. 389-314 π.Χ.), κύριος πολιτικός αντίπαλος του Δημοσθένη, στο απόσπασμα μιας επιστολής του, στην οποία εμφανίζεται εξόριστος.

Οἱ μὲν ἄλλοι πάντες, ὅσοι φεύγουσιν ἀδίκως, ἢ δέονται τῶν πολιτῶν, ὅπως ἐπανέλθωσιν, ἢ διαμαρτόντες τούτου λοιδοροῦσι τὰς ἑαυτῶν πατρίδας ὡς φαύλως αὐτοῖς προσφερομένας· ἐγὼ δὲ ἐπείπερ ἀναξίως ὧν ἐπολιτευσάμην ἠτύχησα καὶ κατηγορῶν ἄλλων αὐτὸς ἑάλων, ἄχθομαι μέν, ὥσπερ εἰκός ἐστιν, ἀγανακτῶ δὲ οὐδέν. Οὐ γὰρ οὕτως ἔγωγε ἠλίθιός εἰμι, ὥστε, ἐξ ἧς πόλεως ὁ Θεμιστοκλῆς ὁ τὴν Ἑλλάδα ἐλευθερώσας ἐξηλάθη, καὶ ὅπου Μιλτιάδης, ὅτι μικρὸν ὦφλε τῷ δημοσίῳ, γέρων ἐν τῷ δεσμωτηρίῳ ἀπέθανε, ταύτῃ τῇ πόλει Αἰσχίνην τὸν Ἀτρομήτου φεύγοντα ἀγανακτεῖν οἴεσθαι δεῖν, εἴ τι τῶν εἰωθότων Ἀθήνησιν ἔπαθεν. Ἀλλ’ ἔγωγε καὶ λαμπρὸν εἰκότως μοι νομίσαιμ’ ἂν αὐτὸ γενέσθαι, τὸ γεγονέναι ἄξιος τοῦ ὅμοια παθεῖν ἐκείνοις.

 

Μετάφραση

Όλοι οι άλλοι, όσοι εξορίζονται άδικα, είτε παρακαλούν τους συμπολίτες τους, για να επιστρέψουν, είτε, αν αποτύχουν σε αυτό, κακολογούν τις πατρίδες τους, επειδή δήθεν τους φέρθηκαν άσχημα. Εγώ όμως, αφού μια φορά στάθηκα άτυχος με τρόπο ανάξιο της πολιτικής μου δράσης και, ενώ κατηγορούσα άλλους, καταδικάστηκα ο ίδιος, λυπάμαι βέβαια —όπως είναι φυσικό— αλλά δεν αγανακτώ καθόλου. Γιατί δεν είμαι τόσο ανόητος, ώστε να νομίζω ότι πρέπει να αγανακτώ με αυτή την πόλη, από την οποία εξορίστηκε ο Θεμιστοκλής, ο ελευθερωτής της Ελλάδας, και όπου ο Μιλτιάδης, επειδή χρωστούσε ένα μικρό ποσό στο δημόσιο, πέθανε γέρος μέσα στη φυλακή — και να θεωρώ ότι είναι φοβερό που ο Αισχίνης, ο γιος του Ατρομήτου, εξορίζεται από αυτή την πόλη, επειδή έπαθε κάτι από όσα συνηθίζονται στην Αθήνα. Αντίθετα, εγώ θα μπορούσα εύλογα να θεωρήσω ότι αυτό είναι ακόμη και ένδοξο για μένα: ότι δηλαδή αποδείχθηκα άξιος να πάθω πράγματα παρόμοια με εκείνους.

 

Βασικά ρήματα: φεύγω, δέω -ομαι, ἔρχομαι, (δι)αμαρτάνω, λοιδορέω -ῶ, κατηγορῶ, (προσ)φέρω, ἁλίσκομαι, ἄχθομαι, εἰμί, (ἐξ)ελαύνω, ὀφλισκάνω, (ἀπο)θνῄσκω, οἴομαι, πάσχω, νομίζω, γίγνομαι.

 

 

Μερικές πληροφορίες για τον Μιλτιάδη και τον Θεμιστοκλή

[Ο Μιλτιάδης και το πρόστιμο]

Τον επόμενο χρόνο (489 π.Χ.) ο Μιλτιάδης, που ήταν τώρα ο πιο δημοφιλής πολιτικός στην Αθήνα, έπεισε τους Αθηναίους να του δώσουν τη διοίκηση ενός στόλου από εβδομήντα πλοία, λέγοντας ότι θα οδηγούσε τους συμπατριώτες του σ’ έναν τόπο όπου θα πλούτιζαν, χωρίς όμως να τους πληροφορήσει με ακρίβεια ποιος ήταν ο σκοπός του. Μ’ αυτόν τον εξοπλισμένο στόλο έπλευσε ενάντια στην Πάρο κι επέβαλε στους κατοίκους του νησιού εκατό τάλαντα πρόστιμο, επειδή είχαν προσχωρήσει στις δυνάμεις του εχθρού [ενν. τους Πέρσες] που είχαν επιτεθεί ενάντια στην Αθήνα. Επειδή όμως εκείνοι αρνήθηκαν να το πληρώσουν, ο Μιλτιάδης πολιόρκησε το νησί· δεν κατόρθωσε όμως να το καταλάβει και γύρισε στην Αθήνα τραυματισμένος. Απογοητευμένοι και οργισμένοι οι Αθηναίοι, δίκασαν τον Μιλτιάδη στην εκκλησία του δήμου με την κατηγορία ότι είχε εξαπατήσει τον λαό και τον καταδίκασαν σε θάνατο· αναγνωρίζοντας όμως τις υπηρεσίες που είχε προσφέρει προηγουμένως, μετρίασαν την ποινή του σε πρόστιμο πενήντα τάλαντα. Ο κατάδικος πέθανε από το τραύμα του και το πρόστιμο πληρώθηκε από τον γιο του Κίμωνα.

Botsford & Robinson, Αρχαία Ελληνική Ιστορία, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 1995, σελ.156

 

[Για τον εξοστρακισμό του Θεμιστοκλή]

Μερικά χρόνια μετά την πτώση του Βυζαντίου (476 π.X.), ο Παυσανίας δικάστηκε με την κατηγορία ότι διατηρούσε αλληλογραφία με τους Πέρσες προδίδοντας την πατρίδα του, αλλά αθωώθηκε. Αργότερα ανακάλυψαν ότι εξακολουθούσε να συνωμοτεί για να επαναστατήσουν οι είλωτες, πράγμα που θα του έδινε την ευκαιρία να καταλάβει την ανώτατη εξουσία στη Σπάρτη. Για να αποφύγει τη σύλληψη, ο Παυσανίας κατέφυγε σ’ έναν ναό της Αθηνάς, όπου οι συμπατριώτες του τον ἐτείχισαν, χτίζοντας όλες τις εισόδους και τις εξόδους του ναού, και τον έβγαλαν έξω μόνο λίγο πριν πεθάνει. Με την πτώση του ο Παυσανίας παρέσυρε και τον Θεμιστοκλή στον όλεθρο. Γύρω στα 471 π.Χ. ο Θεμιστοκλής είχε καταδικαστεί με οστρακισμό σε εξορία, πράγμα που οφειλόταν στη μεγάλη δύναμη του Κίμωνα, και τώρα η αλληλογραφία του Παυσανία με τους Πέρσες ενοχοποιούσε το Θεμιστοκλή. Τον διέταξαν λοιπόν να γυρίσει από το Άργος στην Αθήνα για να δικαστεί. Μηνυτής του ήταν ένας από τους Αλκμεωνίδες· ο Θεμιστοκλής καταλαβαίνοντας το μίσος που του είχαν, έχασε κάθε ελπίδα πως ήταν δυνατόν να βρει το δίκιο του και απέφυγε τη σύλληψη φυγοδικώντας. Προσπάθησε να βρει καταφύγιο πηγαίνοντας σε διάφορα μέρη, αλλά μη βρίσκοντας κανέναν τόπο στην Ελλάδα όπου θα ήταν ασφαλής, πέρασε τελικά στη Μικρά Ασία και έφτασε στα Σούσα στον Αρταξέρξη (464 π.Χ. ή λίγο αργότερα). Δώδεκα ή περισσότερα χρόνια αργότερα ο Θεμιστοκλής πέθανε στη Μαγνησία του Μαιάνδρου έχοντας καταντήσει ανδρείκελο των Περσών. Αυτή η υπόθεση ήταν μια από τις μεγάλες τραγωδίες της ιστορίας –πολύ χαρακτηριστικά ελληνική– γιατί αυτός ο λαμπρός και πατριώτης Αθηναίος πολιτικός, που είχε σώσει τη χώρα του από τους Πέρσες και της είχε δώσει τόση δύναμη, ήταν γραφτό να πεθάνει τιμημένος από τον Μεγάλο Βασιλέα.

Botsford & Robinson, Αρχαία Ελληνική Ιστορία, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 1995, σελ.186

 

Ωστόσο ο πόλεμος εναντίον της Περσίας έγινε μεγάλες διακοπές, εξαιτίας κυρίως των εσωτερικών πολιτικών αντιθέσεων στην Αθήνα. Για τον Θεμιστοκλή ο νέος περσικός πόλεμος ήταν περισσότερο ένας τρόπος για να αυξηθεί η δύναμη των Αθηνών· κύριος σκοπός του ήταν να καταλάβει η Αθήνα τη θέση της πρώτης μεγάλης δύναμης στην Ελλάδα, εν ανάγκη ακόμα και με πόλεμο εναντίον της Σπάρτης. Γι’ αυτό και παρά την αντίδραση της Σπάρτης κατέστησε την Αθήνα ένα μεγάλο οχυρό· σ’ αυτό προστέθηκε και ο Πειραιεύς, που οχυρώθηκε στο πλαίσιο της ναυτικής πολιτικής την οποία υποστήριζε ο Θεμιστοκλής από το 493 π. Χ. Αντίθετα, ο Κίμων, ο γιος του Μιλτιάδη, που αντιπροσώπευε την αριστοκρατική παράταξη, υποστήριξε τη φιλική συνεργασία με τη Σπάρτη και την εντατική διεξαγωγή του πολέμου εναντίον της Περσίας. Μετά την πρώτη, επιτυχή εκστρατεία του Κίμωνος, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να εκδιωχθούν οι Πέρσες από τις ευρωπαϊκές κτήσεις τους στη Θράκη και επομένως την επέκταση της συμμαχίας στην περιοχή αυτή, ακολούθησε μακρά σχετική διακοπή. Μόνο αφού εξοστρακίστηκε Θεμιστοκλής (τα 470 π.Χ.) και αφού έχασε λίγο αργότερα τα πολιτικά του δικαιώματα και του απαγορεύτηκε για πάντα από τον αθηναϊκό λαό να επιστρέψει στην πατρίδα του, επειδή δήθεν είχε «μηδίσει» (την κατηγορία του μηδισμού την εξύφαναν από κοινού οι εχθροί του στην Αθήνα και στη Σπάρτη, η δε καταδίκη του αποτελούσε ποταπή δικαστική δολοφονία), τότε μόνο ο Κίμων επιχείρησε νέα εκστρατεία, κατά την οποία πέτυχε ολοκληρωτική νίκη κοντά στις εκβολές του Ευρυμέδοντος (στην παραλία της Παμφυλίας) κατά του μεγάλου στόλου που έστειλε για πρώτη φορά εναντίον του ο Μ. Βασιλεύς (γύρω στο 465 π.Χ.).

Ulrich Wilken, Αρχαία Ελληνική Ιστορία, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1976, σελ.197

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: