Και όμως: αρκεί κανείς να ξεφυλλίσει τα σημερινά σχολικά εγχειρίδια της Ιστορίας στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, για να διαπιστώσει τον απαράδεκτο τρόπο με τον οποίο οι συγγραφείς και οι επιμελητές τους (προφανώς με την ευθύνη της Πολιτείας) αντιμετωπίζουν την αλληλεξάρτηση αυτή. Το γεγονός δεν οφείλεται μόνο σε τεχνικές αδυναμίες, όπως είναι π.χ. η απογοητευτική προχειρότητα στον σχεδιασμό των χαρτών (που συνιστά πλέον διαχρονικό πρόβλημα στα περισσότερα ιστορικά βιβλία της χώρας μας)· ούτε ερμηνεύεται αποκλειστικά με ενδεχόμενες ιστοριογραφικές ελλείψεις των συντακτών των κειμένων (με κύρια την ανεπάρκεια και τη συνακόλουθη ανασφάλειά τους στη γενική εποπτεία της διδασκόμενης ιστορικής περιόδου) ή ακόμα και με τις αφηγηματικές τους αδυναμίες (ιδιαίτερα όταν δεν έχουν άμεση επαφή με το κοινό της Μέσης Εκπαίδευσης, αλλά προέρχονται από την Ανώτατη). Είναι, φοβούμαι, τελικός «καρπός» προηγηθεισών επιστημολογικών επιλογών στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Ξεκινώντας λοιπόν από τη θητεία μου για αρκετές δεκαετίες στη βαθμίδα αυτή, θα εστιάσω ανάλογα και τις παρατηρήσεις μου.
Στην Ελλάδα η Γεωγραφία και ιδιαίτερα ο συναφής κλάδος της Ιστορικής Γεωγραφίας συμπεριλαμβάνονται στα προγράμματα σπουδών σε πολύ λίγα πανεπιστημιακά Τμήματα· σε συνδυασμό μάλιστα με τη διδασκαλία της Ιστορίας σε ελάχιστα: ουσιαστικά στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο (Κέρκυρα), στο Πανεπιστήμιο του Αιγαίου (Μυτιλήνη), στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο (Αθήνα) και στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου (Θεσσαλονίκη). Η Γεωγραφία ως ιδιαίτερο γνωστικό αντικείμενο περιλαμβάνεται επίσης στα προγράμματα του Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου (Γενική Γεωγραφία, Ανθρωπογεωγραφία και Υλικός Πολιτισμός της Ευρώπης), στο Τμήμα Αγρονόμων και Τοπογράφων Μηχανικών της Πολυτεχνικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και στο Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας (Βόλος). Αλλά σε ορισμένες από τις περιπτώσεις αυτές ο βαθμός της παραγωγικής σύζευξης Ιστορίας και Γεωγραφίας εξαρτάται μάλλον από τις προσωπικές επιλογές των διδασκόντων. Αυτό φαίνεται και στη συμμετοχή των πανεπιστημιακών αυτών Τμημάτων στα εκδιδόμενα περιοδικά έντυπα, που κινούνται στο ανανεωμένο και πολυθεματικό πεδίο της «νέας» Γεωγραφίας. Το Τμήμα Γεωγραφίας π.χ. του Πανεπιστημίου του Αιγαίου (το πρώτο που ιδρύθηκε το 1989 στην Ελλάδα με αυτό το αντικείμενο) έχει σήμερα την ευθύνη της έκδοσης των Ιστορικογεωγραφικών (διαθέσιμων στο: http://historico-geographica.blogspot.com). Οι εξαμηνιαίες Γεωγραφίες, που φιλοξενούν μελέτες με ανάλογο περιεχόμενο, εκδίδονται επίσης με πρωτοβουλία διδασκόντων σε διάφορα πανεπιστημιακά Τμήματα της Ελλάδας, κυρίως όμως του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου και των Πολυτεχνικών Σχολών της χώρας. Τέλος, το απευθυνόμενο στο διεθνές επιστημονικό κοινό ηλεκτρονικό περιοδικό e-Perimetron για τις επιστήμες που συνδέονται με την ιστορία της χαρτογραφίας, εκδίδεται από το 2006 με ευθύνη των διδασκόντων στο Τμήμα Αγρονόμων και Τοπογράφων Μηχανικών τής Πολυτεχνικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου. Αρκετά από τα άρθρα των περιοδικών αυτών είναι αφιερωμένα στη συνδυαστική μελέτη Ιστορίας και Γεωγραφίας και —σποραδικά— σε ζητήματα της συνδυαστικής διδασκαλίας τους. Από τα πολλά ξένα περιοδικά, που εστιάζουν προγραμματικά στον συνδυασμό των δύο επιστημών, σημειώνω εδώ ενδεικτικά μόνον ένα: το εκδιδόμενο από το 1976 στο Παρίσι Hérodote (Revue de géographie et de géopolitique), που επανέφερε στο ακαδημαϊκό θεματολόγιο και την ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις, περιπεσοῦσαν —αλλά απελπιστικά επίκαιρη σήμερα— γεωπολιτική. Υπάρχουν πάντως και άλλα περιοδικά έντυπα με τίτλους που παραπέμπουν στον «πατέρα της Ιστορίας» (τον πρώτο που συνέδεσε με τρόπο γλαφυρό και εύληπτο την Ιστορία με τη Γεωγραφία και την Εθνογραφία), αλλά το περιεχόμενό τους αφορά αποκλειστικά ιστορικά θέματα, κατά κανόνα της αρχαιότητας. Εννοείται ότι τα επιστημονικά περιοδικά που ασχολούνται με τη διδασκαλία της Ιστορίας συμπεριλαμβάνουν στο θεματολόγιό τους και την Ιστορική Γεωγραφία και γενικά τις λειτουργικές σχέσεις Ιστορίας και Γεωγραφίας.
Είναι φανερό ότι από τα πανεπιστημιακά Τμήματα που προσφέρουν μαθήματα σχετικά με τη Γεωγραφία τα περισσότερα ανήκουν σε Πολυτεχνικές Σχολές. Από αυτές ξεκινούν και οι σημαντικότερες πρωτοβουλίες για τη μελέτη της Ιστορικής Γεωγραφίας, όπως π.χ. το σχετικά πρόσφατο (2012) συλλογικό Ιστορική Γεωγραφία της Ελλάδος και της ανατολικής Μεσογείου, που περιλαμβάνει τα πρακτικά συνεδρίου που είχε οργανωθεί δεκαπέντε χρόνια νωρίτερα από το Τμήμα Αρχιτεκτόνων της Πολυτεχνικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Αλλά εδώ ενδιαφέρει ποιοι από τους αποφοίτους των Τμημάτων αυτών θα διοχετευθούν στην Εκπαίδευση και για τη διδασκαλία ποιων μαθημάτων. Επειδή δεν είναι καθόλου βέβαιο, αν τα περισσότερα από τα γνωστικά αντικείμενα στα προπτυχιακά προγράμματα σπουδών των προαναφερθέντων πανεπιστημιακών Τμημάτων (και μάλιστα των Πολυτεχνικών Σχολών) θα βρουν την εφαρμογή τους στη διδασκαλία της Ιστορίας στην Εκπαίδευση. Ακόμα και στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου η διδασκαλία του μαθήματος της Ιστορίας δεν φαίνεται (τουλάχιστον με βάση τη διατύπωση του διαθέσιμου στο Διαδίκτυο προγράμματος σπουδών) να συναρτάται πάντοτε οργανικά με τη Γεωγραφία· και μακάρι η έλλειψη αυτή να αναπληρώνεται στη διδασκαλία. Πάντως στη διδασκαλία της «νέας» Γεωγραφίας υπάρχει μια ενθαρρυντική κινητικότητα, αλλά δεν επηρεάζει αποφασιστικά το πρόβλημα που συζητούμε εδώ· συχνά άλλωστε η διδασκαλία της πραγματοποιείται με περιστασιακούς μόνο συσχετισμούς με την Ιστορία ή ακόμα και με την Ιστορική Γεωγραφία.
Στα ανώτατα εκπαιδευτικά μας ιδρύματα τα Τμήματα Ιστορίας —με εξαίρεση το Ιόνιο Πανεπιστήμιο στην Κέρκυρα και το Δημοκρίτειο στην Κομοτηνή— εμφανίζουν μιαν ακόμη ιδιομορφία: «συζούν» ισότιμα είτε με την Αρχαιολογία (τα περισσότερα) είτε με την Εθνολογία (στο Δημοκρίτειο). Η σύζευξη δεν είναι αδικαιολόγητη, αλλά πάντως με βάση τα διεθνή πρότυπα μοιάζει μάλλον ανορθόδοξη και οπωσδήποτε κολοβή. Το επιχείρημα της σημαντικής θέσης που κατέχουν στην ελληνική διαχρονία οι αναρίθμητοι αρχαιολογικοί χώροι και γενικότερα ο μεγάλος πλούτος των ιστορικών μνημείων της χώρας μας δεν προήλθε από τα καθιερωμένα ανά τον κόσμο κριτήρια στη συγκρότηση πανεπιστημιακών Σχολών και Τμημάτων, αλλά από την πανταχού παρούσα ελλαδική «ιδιαιτερότητα», χωρίς να αποκλείονται βέβαια και οι συντεχνιακές «ηγεμονίες» (που δεν λείπουν άλλωστε από τις επιστημολογικές επιλογές στη θεσμική συγκρότηση πανεπιστημιακών μονάδων). Όπως κι αν έχουν τα πράγματα, η απουσία της Γεωγραφίας από τα Τμήματα Ιστορίας και Αρχαιολογίας είχε ως αποτέλεσμα την εξόφθαλμη στην ελληνική ιστορική παιδεία υποβάθμιση του γεωγραφικού παράγοντα. Το γεγονός ότι σε ορισμένα Τμήματα (π.χ. στο Τμήμα Ιστορίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και στο Τμήμα Διαχείρισης Πολιτισμικού Περιβάλλοντος και Νέων Τεχνολογιών του Πανεπιστημίου Πατρών, στο Αγρίνιο) συμπεριλήφθηκε στα προγράμματα σπουδών και το μάθημα της Ιστορικής Γεωγραφίας δεν αλλάζει τη γενική εικόνα. Εξάλλου η διδασκαλία των βοηθητικών κλάδων της Ιστορίας θα πρέπει μάλλον να αποδοθεί στα κατά περιόδους θεματικά «ανοίγματα» των ανήσυχων διδασκόντων.
Αντίθετα με τους ιδιόμορφους ακαδημαϊκούς συνδυασμούς που επικράτησαν στην Ελλάδα, σε πολλά πανεπιστημιακά ιδρύματα άλλων προηγμένων χωρών η παραδοσιακή σύζευξη της Ιστορίας με τη Γεωγραφία ξεκινά από την ίδια την αρχική δόμηση και την ονομασία των Ιστορικών Σχολών ή Τμημάτων τους («Σχολή/Τμήμα Ιστορίας και Γεωγραφίας»). Συγκεκριμένα αυτό συμβαίνει (συχνά με προσθήκες και άλλων νεότερων κλάδων των κοινωνικών επιστημών) στη Γαλλία, την Ιταλία και την Ισπανία (από τον 19ο αιώνα) και στο σύνολο σχεδόν των λατινοαμερικανικών και πολλών σύγχρονων ασιατικών (κινεζικών και ιαπωνικών κυρίως) πανεπιστημίων. Η ίδια περίπου σύζευξη επεκτάθηκε μεταπολεμικά και στην Ιρλανδία, τη Φινλανδία, τη Ρουμανία, τη Βραζιλία, την Τουρκία (ως ένα βαθμό) κ.α. Γενικά μπορούμε να πούμε ότι σε αρκετά ευρωπαϊκά και μερικά αμερικανικά Τμήματα Ιστορίας, στα παλαιά κυρίως, αλλά και σε μερικά νέα, ενυπάρχει στο πρόγραμμα σπουδών η λειτουργική συνύπαρξη των δύο επιστημών. Στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής πάντως παρατηρείται τα τελευταία χρόνια η συνάρτηση των ιστορικών σπουδών με άλλες ειδικότητες, άλλοτε συγγενικές και άλλοτε αποκλίνουσες (π.χ. με την πανταχού παρούσα και διαφόρων ειδικοτήτων Ανθρωπολογία, την αναπτυσσόμενη Μουσειολογία, την παραδοσιακή Ιστορία της Τέχνης, τις παλαιές και τις νεότευκτες Πολιτικές Επιστήμες, τον Κινηματογράφο κτλ.).
Οι αλλαγές αυτές ευνοήθηκαν από τη χαλάρωση, ήδη από τις παραμονές του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, των σχέσεων Ιστορίας και Γεωγραφίας, τόσο στην έρευνα όσο και στην πανεπιστημιακή διδασκαλία. Ως αποτέλεσμα επήλθε η σταδιακή απομάκρυνση, τουλάχιστον στην αμερικανική ανώτατη εκπαίδευση και των αυξανόμενων μιμητών της, των δύο άλλοτε «συγγενικών» κλάδων και στη συνέχεια η διασύνδεση της Γεωγραφίας με άλλες καταρχήν «κοινωνικές», αλλά —στην πλειονότητά τους— με «εφαρμοσμένες» «θετικές» επιστήμες. Πρωτοπόρος στον επιστημολογικό αυτόν αναπροσανατολισμό στις Ηνωμένες Πολιτείες θεωρείται ο Αμερικανός γεωγράφος Carl O. Sauer (1889-1975), ο οποίος στράφηκε με μεγαλύτερη επιμονή στην Αρχαιολογία, την κοινωνιολογία και —κυρίως— στον διαρκώς διευρυνόμενο μεταπολεμικά χώρο της Ανθρωπολογίας· και, το σημαντικότερο, άλλαξε και την παραδοσιακή μεθοδολογία στη μελέτη του ανθρωπίνου και του φυσικού περιβάλλοντος. Ωστόσο ο διακεκριμένος αυτός γεωγράφος επέμεινε, συχνά χωρίς να βρει τη δέουσα ανταπόκριση, να υπογραμμίζει τους οργανικούς δεσμούς της Γεωγραφίας με την Ιστορία και, ειδικότερα, την ανάγκη της αδιάλειπτης διδασκαλίας της Ιστορικής Γεωγραφίας. Επιπλέον στα ερευνητικά του «εργαλεία» συμπεριελάμβανε και τη μεθοδολογία της καθαυτό ιστορικής μελέτης, προπάντων στις εργασίες του για το Μεξικό, πριν και μετά την ισπανική κυριαρχία.
Παρά τις προσπάθειες των πρωτοπόρων γεωγράφων, οι ανατροπές στον κλάδο της Γεωγραφίας δεν οδήγησαν μόνο στην ανάδυση μιας νέας ουσιαστικά επιστήμης· προκάλεσαν την υποβάθμιση της παραδοσιακής Ιστορικής Γεωγραφίας. Οι εξαιρέσεις υπάρχουν, τουλάχιστον σε μερικά σοβαρά βρετανικά πανεπιστημιακά ιδρύματα. Αλλά ακόμα και μετά την ενθουσιώδη αποδοχή στο αμερικανικό ακαδημαϊκό κοινό των ιστοριογραφικών θέσεων του Fernand Braudel (1902-1985), του κατεξοχήν δηλαδή σύγχρονου ευρωπαίου ιστορικού που ανέδειξε (μαζί με τους ιδρυτές της «σχολής» των Annales) την ανάγκη της μελέτης των ιστορικών και κοινωνικών φαινομένων και στη διαχρονία (ιδιαίτερα της “μεγάλης διάρκειας”) και στο πλαίσιο των σχέσεων του ανθρώπου με τον γεωγραφικό του περίγυρο, η αποστασιοποίηση από τη διδασκαλία της Ιστορικής Γεωγραφίας δεν ανακόπηκε. Είναι ίσως ενδεικτικό ότι στο “Fernand Braudel Center”, που λειτουργεί από το 1976 στο κρατικό Binghamton University της Νέας Υόρκης, δεν διδάσκεται (όπως τουλάχιστον φαίνεται από το τρέχον πρόγραμμα σπουδών του) ούτε η Γεωγραφία ούτε η Ιστορική Γεωγραφία. Το ίδιο ισχύει και για άλλα πανεπιστημιακά «κέντρα» με ανάλογο τίτλο, όπως για παράδειγμα για το ιδρυμένο στα 2004 «Fernand Braudel Center for International and European Studies» του ρωσικού Πανεπιστημίου του Ιρκούτσκ, που εξειδικεύει τους αποφοίτους του στις διεθνείς σχέσεις και την εξωτερική πολιτική. Στην Ελλάδα πάντως οι επιδράσεις (οι ουσιαστικές και όχι οι επιτηδευμένες αναφορές) της “κλασικής” πλέον δίτομης μελέτης του Braudel για τη Μεσόγειο στα χρόνια του βασιλιά Φιλίππου Β΄, και ιδιαίτερα του πρώτου τόμου που είναι αφιερωμένος στο γεωγραφικό περιβάλλον, είναι δυσδιάκριτες. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι η ελληνική μετάφραση (σε τρεις τόμους) του λαμπρού αυτού δείγματος της σύγχρονης ιστοριογραφίας (Fernand Braudel, Η Μεσόγειος και ο μεσογειακός κόσμος την εποχή του Φιλίππου Β΄ της Ισπανίας, ελλην. μετάφρ. Κλαίρης Μητσοτάκη, τόμ. 1-3, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα, 1991-1998) απέχει σχεδόν μισόν αιώνα από την πρώτη γαλλική του έκδοση σε έναν τόμο (1949) και πάνω από τριάντα χρόνια από τη δεύτερη σε δύο τόμους (1966).
Οι καινοτομίες στην επιστήμη της Γεωγραφίας επηρέασαν και την ευρωπαϊκή διάρθρωση των πανεπιστημιακών σπουδών και συνακόλουθα και των ελληνικών. Αλλά εκείνο που μετρά εδώ είναι ότι η μετεξέλιξη της επιστήμης της Γεωγραφίας δεν αφορά σε τελευταία ανάλυση μόνο τους «επαγγελματίες» γεωγράφους· αφορά και τους ιστορικούς. Το υπογραμμίζει με δραματικό τρόπο ένας από τους σημαντικότερους θεράποντες της Ιστορικής Γεωγραφίας του Ηνωμένου Βασιλείου, ο Alan R. H. Baker:
Μια ανανέωση [γράφει με συμβολικό τρόπο] των γαμήλιων όρκων (marriage vows) ανάμεσα στη Γεωγραφία και την Ιστορία θα μπορούσε να αποτελέσει ένα νέο ξεκίνημα (a new beginning) στους ιστορικούς να διευρύνουν τους γεωγραφικούς τους ορίζοντες και στους γεωγράφους να εμβαθύνουν στην κατανόηση της Ιστορίας [...]. Αμήν.
Η επιστημολογική λοιπόν μετάλλαξη της Γεωγραφίας απέκοψε σε μεγάλο βαθμό τους παραδοσιακούς της δεσμούς με τις ανθρωπιστικές σπουδές, υπονομεύοντας έτσι και την οργανική, όπως σημείωσα, σχέση της με την Ιστορία. Σήμερα σε πολλά Πανεπιστήμια της Ευρώπης οι παλαιοί κλάδοι της Γεωγραφίας, που συνδέονταν άρρηκτα με την Ιστορία (όπως π.χ. η Ιστορική Γεωγραφία, η οποία αναζητά ουσιαστικά παρόμοιους συντελεστές στην ανθρώπινη εξέλιξη) έχουν υποτιμηθεί σε επίπεδο απαξίωσης ή και κατάργησης, ενώ αντίθετα έχει διευρυνθεί το πεδίο των λεγόμενων «χωρικών σπουδών» και της αντίστοιχης τεχνολογίας. Όλες όμως οι ανατροπές αυτές επηρέασαν αναπόφευκτα και τη διδασκαλία της Ιστορίας στην Εκπαίδευση, ιδιαίτερα στη Δευτεροβάθμια, όπου η ευρυχωρία στις πρωτοβουλίες των διδασκόντων δεν είναι καθόλου δεδομένη. Η επίδραση αυτή είναι εμφανής και στο περιεχόμενο και στη μορφή των σχολικών εγχειριδίων της Ιστορίας, όπου οι γεωγραφικοί παράγοντες εμφανίζονται εξίσου αχνοί και ατελείς, ιδιαίτερα στους συνοδευτικούς ιστορικούς χάρτες (για να μην περάσω και στην έλλειψη χωριστών ιστορικών ατλάντων, που θα κάλυπταν τουλάχιστον τα μεγάλα θέματα της ελληνικής και της παγκόσμιας Ιστορίας). Αλλά το φαινόμενο δεν είναι αποκλειστικό των σχολικών βιβλίων: σε πολλές από τις σύγχρονες εκδόσεις ιστορικών έργων στη χώρα μας δεν χρησιμοποιούνται πλέον χάρτες σχεδιασμένοι ad hoc, αλλά οι εύκολες αντιγραφές (χάρη και στις τεχνολογικές δυνατότητες των Η/Υ) από τους διαθέσιμους σε αφθονία στο Διαδίκτυο, στους οποίους οι επεμβάσεις περιορίζονται στον εξελληνισμό των τοπωνυμίων. Αλλά και σε μερικά από τα σχολικά εγχειρίδια του Γυμνασίου για τη Γεωγραφία δεν λείπει μόνο η ιστορική (και εν μέρει και η ευρύτερη κοινωνική) διάσταση στην παρουσίαση του χώρου· τα «βαραίνει» και η συχνά επιτηδευμένη χρήση εξειδικευμένης ορολογίας και πληθώρας τεχνικών στοιχείων, που καθιστούν τα σχετικά κείμενα δύσπεπτα, τουλάχιστον για την πλειονότητα των μαθητών της προεφηβικής ηλικίας.
Σε τελική ανάλυση η αποξένωση της διδασκαλίας του μαθήματος της Ιστορίας από τη Γεωγραφία ευθύνεται (ως ένα βαθμό) και για τα όχι λίγα προβλήματα στην κατανόηση εκ μέρους των μαθητών των ιστορικών γεγονότων και φαινομένων. Τα παραδείγματα που θα μπορούσε κανείς να επιστρατεύσει είναι αναρίθμητα· και αναφέρονται όχι μόνο —και τόσο— στην εξιστόρηση πολιτικών και στρατιωτικών γεγονότων (π.χ. στην ερμηνεία της αποτυχίας του Αννίβα στην Ιταλία ή του Ναπολέοντα στη Ρωσία και του Χίτλερ στην ΕΣΣΔ), αλλά —περισσότερο— στην παρουσίαση και την ανάλυση οικονομικών και κοινωνικών φαινομένων μακράς διάρκειας (π.χ. την εξέλιξη της Πέλλας και της Θεσσαλονίκης, σε σχέση με τις αλλαγές στο γεωφυσικό περιβάλλον της κεντρικής Μακεδονίας και του Θερμαϊκού από τα προϊστορικά χρόνια ως τις μέρες μας ή την εμπορική και ναυτιλιακή ανάπτυξη του Μεσολογγίου, αλλά και της αντοχής του κατά τις πολιορκίες του 1822-1826).
Στη Γαλλία βέβαια, πρωτοπόρα κατά την εποχή του Διαφωτισμού στον χώρο της γενικότερης Παιδείας, η Γεωγραφία είχε κερδίσει σημαντική θέση στην έρευνα και τη διδασκαλία της Ιστορίας. Στον απόηχο άλλωστε του γαλλικού παραδείγματος (που πέρασε και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες) θα πρέπει να ενταχθεί όχι μόνο η Γεωγραφία Νεωτερική του 1791 των Δανιήλ Φιλιππίδη και Γρηγορίου Κωνσταντά (όπου η περιγραφή των περιοχών που καταγράφονται ολοκληρώνεται με αναφορές στα ιστορικά και κοινωνικά τους συμφραζόμενα), αλλά και η Χάρτα τῆς Ἑλλάδος του Ρήγα Βελεστινλή του 1797 (όπου η χαρτογράφηση συνοδεύεται με διαχρονικά στοιχεία, κυρίως στην αναγραφή παλαιών και νέων τοπωνυμίων). Στη μεταπολεμική Γαλλία μάλιστα όχι μόνο δεν υιοθετήθηκαν οι νέες τάσεις στον σχεδιασμό των ειδικοτήτων στην εκπαίδευση, αλλά ενισχύθηκαν και μερικές “παραδοσιακές”: Πρόσφατα εντάχθηκε στα προγράμματα της Μέσης Εκπαίδευσης και το μάθημα της Γεωπολιτικής, που, παρά το βεβαρυμένο της παρελθόν, αποτελεί τον κατεξοχήν επιστημονικό κλάδο που εναρμονίζει την Ιστορία, τη Γεωγραφία και την Πολιτική. Αλλά το ενδιαφέρον για την προσέγγιση παλαιών και σύγχρονων ιστορικών και γεωπολιτικών ζητημάτων με μεθοδολογικό άξονα την Ιστορία και τη Γεωγραφία δεν περιορίζεται στη Γαλλία. Ενδεικτικά θα μπορούσε κανείς να απαριθμήσει εδώ αρκετές μελέτες, από τις οποίες μερικές μάλιστα προκάλεσαν θόρυβο και αντιφατικές συζητήσεις σε ποικίλους χώρους, όχι μόνον ακαδημαϊκούς (η πιο γνωστή περίπτωση στην Ελλάδα αφορά το σχετικά πρόσφατο έργο του αμερικανού δημοσιογράφου και δημοσιολόγου Robert D. Kaplan, The Revenge of Geography, 2012, που περιέχει και ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις για τη χώρα μας).
Είναι προφανές ότι στη μεταπολεμική Ελλάδα η γαλλική παράδοση στη διδασκαλία της Ιστορίας στην εκπαίδευση υποχώρησε αισθητά κάτω από τις επιρροές που προαναφέρθηκαν. Η πρόσδεσή μας κατά τις τελευταίες δεκαετίες στο αγγλοσαξονικό επιστημολογικό και εκπαιδευτικό πρότυπο, ενώ προσέφερε πολλά στη διεύρυνση των επιστημονικών πεδίων, εξασθένισε αισθητά το παλαιότερο και, κατά τη γνώμη μου, λυσιτελέστερο γαλλικό, πάντοτε βέβαια με γνώμονα τη διδασκαλία της Ιστορίας στην Εκπαίδευση, επιφέροντας (μαζί βέβαια με άλλους αρνητικούς παράγοντες) και την ένδεια της Γεωγραφίας στη διδασκαλία της Ιστορίας, που επιχείρησα να επισημάνω.
Σπεύδω πάντως να διευκρινίσω ότι η θέση αυτή (που ίσως θα φανεί σε μερικούς οπισθοδρομική) δεν σημαίνει τον παραγκωνισμό των σύγχρονων τεχνολογικών μέσων στη διδασκαλία του μαθήματος της Ιστορίας· το αντίθετο: η προβολή του γεωγραφικού παράγοντα στην ιστορική εξέλιξη ευνοείται ιδιαίτερα σήμερα από τη χρήση αυτών ακριβώς των τεχνικών μέσων, τα οποία προσδίδουν στη διδασκαλία και διαδραστική μορφή, αλλά και διεπιστημονικό χαρακτήρα. Αυτή άλλωστε η σύγχρονη τεχνολογία (με την οποία είναι ιδιαίτερα εξοικειωμένοι οι νέοι της εποχής μας) εξουδετερώνει σε μεγάλο βαθμό και την απογοητευτική εικόνα των χαρτών των σχολικών εγχειριδίων της Ιστορίας, που προαναφέρθηκε. Περιττό βέβαια να υπογραμμιστεί ότι καμιά τεχνολογική παρέμβαση, όσο ελκυστική κι αν είναι, δεν θα αποδώσει, αν δεν συνδυαστεί με μια διαχρονική και αδιαμφισβήτητη προϋπόθεση: την καλή γνώση εκ μέρους του διδάσκοντα και των ιστορικών γεγονότων και φαινομένων που ανέλαβε να διδάξει, αλλά και των γεωγραφικών παραγόντων που τα επηρέασαν.
Ο κ. Ιωάννης Κ. Χασιώτης είναι ομότιμος καθηγητής Νεότερης Ιστορίας του ΑΠΘ
πηγή κειμένου: Φιλόλογος, 189 (2024), 99-106.
ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ελληνόγλωσση
- Δελλαδέτσιμας Παύλος Μαρίνος & Παύλος Σ. Κανάρογλου (2000), «Η Γεωγραφία στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου», Γεωγραφίες 2, 70-79.
Δρακούλης Δημήτρης Π. & Γεώργιος Π. Τσότσος (επιμ.) (2013), Ιστορική γεωγραφία της Ελλάδος και της ανατολικής Μεσογείου, Αντ. Σταμούλης, Αθήνα - Κόλιας Γεώργιος Τ. (1948), Ιστορική Γεωγραφία του ελληνικού χώρου, Υπουργείον Ανοικοδομήσεως, Αθήνα [β΄ έκδ., χ.ε., Αθήνα, 1969]
- Κορδώσης Μιχ. (1996), Ιστορικογεωγραφικά πρωτοβυζαντινών και εν γένει παλαιοχριστιανικών χρόνων, Δ. Ν. Καραβίας, Αθήνα.
- Λεοντίδου Λίλα (2005), Αγεωγράφητος Χώρα. Ελληνικά είδωλα στους επιστημολογικούς αναστοχασμούς της ευρωπαϊκής Γεωγραφίας, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα [επανέκδ.Προπομπός, 2011].
- Λεοντίδου Λίλα (2015), «Η δική μας Αγεωγράφητος Χώρα: Ετεροτοπίες της ελληνικής πανεπιστημιακής εκπαίδευσης», στο: Χαρτογραφίες Νου, Ψυχής και Γνώσης. Αφιέρωμα στον Ομότιμο Καθηγητή Μύρωνα Μυρίδη, Θεσσαλονίκη, ΑΠΘ, Τμήμα Αγρονόμων και Τοπογράφων Μηχανικών, σ. 377-395.
- Λιβιεράτος Ευάγγελος (1999), Χαρτογραφίας και χαρτών περιήγησις: 25 αιώνες από τους Ίωνες στον Πτολεμαίο και τον Ρήγα, Εθνική Χαρτοθήκη, Θεσσαλονίκη.
- Λιβιεράτος Ευάγγελος (2001), «Σχόλια περί τη χαρτογραφία, τους χάρτες και τις ελληνικές τους ‘περιπλοκές’», περ. Γεωγραφίες 1, 56-72.
Μυρίδης Μύρων (2001), «Γεωγραφικές σπουδές στις ελληνικές Πολυτεχνικές Σχολές», περ. Γεωγραφίες 2, 61-69. - Πλουμίδης Γεώργιος (21984), Γεωγραφία της ιστορίας του νεοελληνικού χώρου, Ν. & Δ. Καραβίας, Αθήνα.
- Πλουμίδης Γεώργιος (2003), «Ενδεικτική βιβλιογραφία για τη Γεωγραφία της Ιστορίας», περ. Δωδώνη, 32, 307-341.
- Ρέντζος Γιάννης (2004), «Το μάθημα της Γεωγραφίας. Τοποθετήσεις με αφετηρία τα βιβλία Α΄ και Β΄ Γυμνασίου», περ. Γεωγραφίες 8, 11-27.
- Σιδηρόπουλος Γεώργιος (2016), 12 Αφηγήσεις Ιστορικής Γεωγραφίας, Σταμούλης, Αθήνα.
- Σταϊνχάουερ Γιώργος (2009), Ιστορική Γεωγραφία του αρχαίου κόσμου. Ελλάδα-Ρώμη, Παπαδήμας, Αθήνα.
Ξενόγλωσση
- Baker Alan R. H. (2003), Geography and History. Bridging the Divide, Cambridge Univesity Press, Cambridge.
- Barbier Virginia (2015), «L’histoire-géographie en classe. La construction d’un savoir par l’apprentissage d’un savoir-faire», περ. Annales, 70/1, 151-159 [και αγγλική έκδοση: «History and Geography in the Classroom. Constructing Knowledge through Savoir-Faire», περ. Annales 70/1, 145-153].
- Guelke Leonard (1997), «The Relations between Geography and History Reconsidered», περ. History and Theory 36/2, 216-234.
- Kaplan Robert D. (2012), The Revenge of Geography, Random House, Νέα Υόρκη [ελληνική έκδοση, χωρίς τους χάρτες: Η εκδίκηση της Γεωγραφίας, Μελάνι, Αθήνα 2016].
- Sauer Carl O. (1941), «Foreword to Historical Geography», περ. Annals of the Association of American Geographers 31/1, 1-23.
- Williams Michael (1983), «‘The apple of my eye’: Carl Sauer and historical geography», περ. Journal of Historical Geography 9/1, 1-28.
♦
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου