Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2026

Η Κατοχή μέσα από τη ματιά του Λευτέρη Παπαδόπουλου

Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος είναι στιχουργός, δημοσιογράφος και συγγραφέας. Γεννήθηκε το 1935 στην Αθήνα (πηγή εικόνας: Καθημερινή)

  

Ο ΔΙΑΚΟΣ ΔΕ ΦΟΡΟΥΣΕ ΠΟΤΕ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ. Δεν είχε παπούτσια. Κι αν είχε, κάποτε, τα 'χε πετάξει σε μια γωνιά του σπιτιού του και τα 'χε ξεχάσει. Τον θαύμαζα, που περπατούσε ή έτρεχε στον χωματόδρομο, με τα καρφιά, τα σπασμένα γυαλιά, τις κοτρόνες και τα αιχμηρά πετραδάκια, σαν να φορούσε αρβύλες με χοντρές σόλες! Τον θαύμαζα που πλατσούριζε στα νερά, ξυπόλητος, πάντα, χειμώνα καιρό. Και μου 'ρχόταν να τον χειροκροτήσω, όταν έχωνε τα πόδια του μέσα στο χιόνι κι έριχνε σουτ με τις χιονόμπαλες, σημαδεύοντάς μας, χωρίς να κρυώνει, ενώ εμείς, τ' άλλα παιδιά, τουρτουρίζαμε.

Ήταν τρία χρόνια μεγαλύτερος από μένα, αλλά χίλια χρόνια πιο σοφός. Τα γράμματα δεν τα 'παιρνε, γι' αυτό και τον είχαν στείλει οι δικοί του σε μια τεχνική σχολή – στον «Ήφαιστο». Αλλά και στον «Ήφαιστο» δε φτούρησε και τα παράτησε. Έμεινε, λοιπόν, να βοηθάει τον πατέρα του στα γιαούρτια και να πηγαίνει σ' ένα συνεργείο αυτοκινήτων, για να μάθει μηχανικός. Αυτά, βέβαια, πολύ μετά την Κατοχή.

Στην Κατοχή, ήταν εκείνος που μου εξασφάλιζε, μπορώ να πω, το καθημερινό μου φαγητό: είχε ανακαλύψει μια χαρουπιά, στην οδό Φυλής, σε μιαν αυλή. Ανέβαινε στη μάντρα, που ήταν σπαρμένη με γυαλιά-φονιάδες στην κορυφή της, απέφευγε τα γυαλιά, μου 'δινε ένα χέρι, ν' ανέβω κι εγώ, κι ύστερα, πηδούσαμε κι οι δυο κάτω και, σιγά σιγά και με το μαλακό, φτάναμε στο δέντρο. Αμίλητοι, για να μη μας πάρουν χαμπάρι, κόβαμε και τρώγαμε χαρούπια, που το «μέλι» τους ήταν υπέροχο, πάνω από μισή ώρα! Μερικές φορές, παίρναμε χαρούπια και για το σπίτι: η μάνα του Λιάκου τα χτυπούσε στο γουδί και, κατόπιν, έπαιρνε τα κομμάτια και τα 'ριχνε στον μύλο του χεριού, που άλεθε τον καφέ· δηλαδή, τα καβουρντισμένα ρεβύθια. Με το άλεσμα, τα χαρούπια γίνονταν μαύρο «αλεύρι», που το ζύμωνε η κυρά-Ευδοκία κι έφτιαχνε ένα γλύκισμα, σαν κέικ. Πόσο το 'χω νοσταλγήσει αυτό το γλύκισμα...

Με τον Λιάκο ήμουνα και τη μέρα που μπήκαν οι Γερμανοί στην Αθήνα. Με τον Λιάκο και τη μάνα μου. Στεκόμαστε στη γωνία Φωκαίας και Αχαρνών, και παρακολουθούσαμε τρομαγμένοι, για δέκα λεπτά, αυτούς τους άγριους πολεμιστές με τα κράνη, τα ντουφέκια και τα οπλοπολυβόλα, που κατευθύνονταν, πεζή, προς την Ομόνοια. Όταν απομακρύνθηκε και η τελευταία τετράδα των στρατιωτών, χωρίς να ξέρω γιατί, έβαλα τα κλάματα. «Πάμε γρήγορα στο σπίτι!» πρόσταξε η μάνα μου κι άρχισε, φοβισμένη, να με τραβάει από το χέρι. Κι απ' αυτό το τράβηγμα του χεριού, αλλά κι από την έκφραση του προσώπου της, καταλάβαμε, και ο Λιάκος και εγώ, πως είχε συμβεί κάτι πολύ κακό...

Η γειτονιά γρήγορα γέμισε από Γερμανούς. Συρματοπλέγματα ξετυλίγονταν από την Αχαρνών, μπροστά από το κτίριο του Β' Γυμνασίου, κι έφταναν ίσαμε την Πλατεία Κυριακού. Υπήρχαν και πολλά αυτοκίνητα στη Χέυδεν, φορτηγά. Και μοτοσικλέτες. Και σκοπιές. Με φαντάρους και σκυλιά.

Με το που επιτάξανε οι Γερμανοί το κτίριο του Γυμνασίου κι εγκαταστάθηκαν εκεί, ο Διάκος, εγώ κι άλλα παιδιά, όχι όμως και οι άντρες, γιατί φοβόνταν, αρχίσαμε το εμπόριο: μ' έναν ταβλά μπροστά μας, κρεμασμένο με σπάγκο από τους ώμους μας, πιάσαμε να πουλάμε τσιγάρα χύμα, από κούτες των εκατό, χαλβά του μπακάλη και λεμόνια. Δεν παίρναμε, όμως, λεφτά. Κάναμε ανταλλαγές. Κι έτσι, όλο και 'κονομάγαμε καμιά κονσέρβα, καμιά μπαγιάτικη κουραμάνα, κάνα κομμάτι τυρί.

Στη μεγάλη πείνα, στο δικό μας σπίτι, δεν ξέρω στου Διάκου, δεν υπήρχε τίποτα για φαγητό. Η μάνα μου πούλησε τη βέρα της, όπως και τη βέρα του πατέρα, στον Γερμανοτσολιά που θα πήγαινε στη Δειβαδιά και θα 'φερνε αλεύρι. Δυο οκάδες αλεύρι θα μας έδινε! Κι οι γονείς μου κάνανε όνειρα για αφράτο ψωμί και τηγανίτες!

Τότε, το ψωμί το παίρναμε με δελτίο. Κι ήταν από καλαμποκίσιο αλεύρι. Μπομπότα. Απέναντι απ' το σπίτι μας, θυμάμαι, ζούσε μια γριά, ετοιμοθάνατη, κι οι δικοί της, όπως άκουγα, εύχονταν να πεθάνει γρήγορα, να τη θάψουνε, χωρίς να δηλώσουν το θάνατό της, και να της πάρουν το δελτίο, για να 'χουν, κάθε μέρα, μερικά δράμια ψωμί παραπάνω.

Στεκόμουν απ' το πρωί δίπλα στην ουρά, στον Μπανέλλα. Ο φούρναρης ζύγιζε το ψωμί, κλέβοντας πάντα, κι έβαζε, αν το βάρος του καρβελιού ήταν λειψό, μια φετούλα ακόμα στη ζυγαριά. Απ' αυτή τη διαδικασία, όλο και κάτι ψιχουλάκια πέφτανε κάτω, στο τσιμέντο. Έσκυβα αμέσως, τ' άρπαζα, τα 'ριχνα στο στόμα μου και ξεγελούσα την πείνα μου.

Μόλις τελείωνε η δουλειά με τον φούρναρη, έπαιρνα σβάρνα τα καλάθια με τα σκουπίδια. Μάζευα τις πορτοκαλόφλουδες κι έτρωγα αυτή την άσπρη ψύχα που έχουν στο εσωτερικό τους. Ύστερα πήγαινα στην Αχαρνών, στο μπακάλικο, που πουλούσε μαύρη σταφίδα. Χωνόμουνα, σκυφτός, ανάμεσα στους πελάτες και μάζευα από κάτω τις σταφιδούλες που έπεφταν από τη σέσουλα, δυο-τρεις, κάθε φορά, την ώρα του ζυγίσματος. Και κατά τις 11, έτρεχα στον Λιάκο, για τη χαρουπιά.

Ο φουκαράς ο αδελφός μου, όμως, που ήταν πολύ μικρός, δεν μπορούσε να βγει απ' το σπίτι και ν' αρχίσει να ψάχνει στα σκουπίδια για την τροφή του. Έμενε στο δωμάτιο και περίμενε από τη μάνα μου –όπως κι ο πατέρας μου– να του φέρει να φάει. Κι η μάνα μου όλο και κάτι κουβάλαγε απ' τους Γερμανούς. Μια φορά, μάλιστα, δεν ξέρω πώς, κάποια βρήκε και χόρτα. Τ' άφησε, θριαμβευτικά, πάνω στο τραπέζι, τα 'πλυνε, τα 'βαλε στο τσουκάλι, με μόλικο νερό, άναψε τη φωτιά και ανακοίνωσε, σοβαρά: «Σε λίγο, θα φάμε!» Ο Γιάννης, όμως, φαίνεται πως πεινούσε φοβερά και δεν άντεχε να περιμένει να βράσει το φαΐ. Έτρεξε, λοιπόν, στο τσουκάλι, κάποια στιγμή που είχαμε αλλού το νου μας, κι έχωσε το χεράκι του, για ν' αρπάξει λίγα χόρτα, μέσα στο ζεματιστό νερό. Ούρλιαξε, φυσικά, από τον πόνο. Ούρλιαξε κι η μάνα μου από την οδύνη, βλέποντας το χεράκι του παιδιού, γεμάτο εγκαύματα. Κι άρχισε, όπως συνήθως, να βρίζει τον πατέρα μου, που δεν πρόσεχε το μικρό, την ώρα που εκείνη έπλενε τα πιάτα και δεν είχε μάτια και στην πλάτη, για να βλέπει...

Μια άλλη φορά, αρχές του '44 πρέπει να 'τανε, η μάνα μου είχε βρει ένα αβγό. Το 'βαλε, λοιπόν, στο ντουλαπάκι, ψηλά, για να μου το βράσει, κρυφά από τον Γιάννη, και να μου το δώσει να το φάω, γιατί ήμουν πολύ αδύνατος. Ο αδελφός μου ήξερε ότι το αβγό είναι κάτι φαγώσιμο, αλλά δεν είχε δει ποτέ αβγό. Ούτε, βέβαια, είχε φάει. Ήταν απογευματάκι· εγώ κοιτούσα το αβγό και ξερογλειφόμουνα, κι η μάνα μου μ' έβλεπε και με λυπόταν. Λέει, ξαφνικά, στον πατέρα μου, για να μην καταλάβει ο Γιάννης, που ήταν πέντε χρόνων, αλλά, περιέργως, χοντρούλης: «Δε βράζεις το λεγάμενο;» και του δείχνει, με τα μάτια, το αβγό. Το παίρνει ο πατέρας μου, με προσοχή, και πάει προς τη φουφού. Ο μικρός τον παρακολουθεί. Και, ξαφνικά, μπήζει τις φωνές και τα κλάματα: «Θέλω κι εγώ λεγάμενο! Θέλω κι εγώ λεγάμενο!»

Και, για να τελειώσω με την Κατοχή: εμείς, τα παιδιά, ακούγαμε πολλά, τότε, για βομβαρδισμούς και για μάχες, για προελάσεις στρατευμάτων, για σαμποτάζ, για τουφεκισμούς, για ομήρους, για το Χαϊδάρι και την Καισαριανή. Αλλά όλ' αυτά ήταν πολύ μακρινά πράγματα. Κοντινά ήταν το άδειο στομάχι, το φοβερό κρύο, που έκανε τα δόντια να κροταλίζουν και τα χέρια να γεμίζουν χιονίστρες, τα ρούχα, που είχαν μείνει σκέτο μπάλωμα, το ταβάνι της κάμαράς μας, που έσταζε όποτε άρχιζε η βροχή. Κοντινός ήταν κι ο Νικήτας, ο ψηλέας, από την Κωνσταντινούπολη, που παρακολουθούσε κρυφά ραδιόφωνο κι έλεγε ψιθυριστά στους γειτόνους πως, μόλις τελειώσει ο πόλεμος, με θρίαμβο των συμμάχων, θ' ανέβει στο πηγάδι της αυλής και θα βγάλει λόγο. «Θα είμαστε ευτυχισμένοι, τότε!» φώναζε. «Θα τρώμε με χρυσά κουτάλια! Οι λίρες θα κυλάνε στους δρόμους, σαν πενηνταράκια...» Τελείωσε ο πόλεμος, ο Νικήτας εκτελέστηκε στον εμφύλιο και οι λίρες γέμισαν τα συρτάρια των δωσίλογων και των μαυραγοριτών...

Λευτέρης Παπαδόπουλος, Οι παλιοί συμμαθητές, εκδ. Η Καθημερινή, σελ.59-64

♦

Δεν υπάρχουν σχόλια: