Σάββατο 12 Αυγούστου 2023

Η συνέχεια της ελληνικής ιστορίας

πηγή του χάρτη: Βικιπαίδεια

 

Οι καταβολές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας είναι πολύπλευρες, πράγμα που ισχύει βέβαια για την ιστορία όλων των εθνών. Πρώτα απ' όλα η Ελλάδα κληρονόμησε τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό και είναι επίσης απόγονος της οικονομικής ανάπτυξης της Ευρώπης τον 17ο, 18ο και 19ο αιώνα. Επιπλέον είναι, όπως και τα άλλα ευρωπαϊκά έθνη, κληρονόμος του κλασικού κόσμου, τόσο του ελληνικού όσο και του ρωμαϊκού. Στο σημείο αυτό ακριβώς, όπως είναι φυσικό, έχει μια ξεχωριστή θέση. Οι σύγχρονοι Έλληνες όχι μόνο κατοικούν ένα μεγάλο μέρος από το έδαφος της κλασικής Ελλάδας αλλά περιβάλλονται και από άφθονα ορατά κατάλοιπα του κλασικού πολιτισμού. Βέβαια την ανακάλυψη και τη διαφύλαξη των καταλοίπων αυτών την οφείλουν ως ένα βαθμό σε επιστήμονες και αρχαιολόγους από άλλα έθνη οι οποίοι, παράλληλα με τους ταξιδιώτες του 18ου και του 19ου αιώνα, τους μετέδωσαν μια σαφέστερη εικόνα για τους κλασικούς τους προγόνους. Η συνείδηση του σύγχρονου Έλληνα για την κλασική του κληρονομιά είναι ως ένα σημείο προϊόν της δυτικής επιστήμης. Η συνείδηση αυτή, που ήταν κιόλας ολοφάνερη όταν οι Έλληνες προετοίμασαν και διεξήγαγαν τον απελευθερωτικό αγώνα τους, από το 1821 ως το 1833, πήρε ακόμα πιο έντονη έκφραση όταν ίδρυσαν ένα μικρό εθνικό κράτος.

Όπως ήταν πολύ φυσικό αφοσιώθηκαν με όλη τους την ψυχή στη μελέτη της αρχαίας Ελλάδας, και εισήγαγαν τις κλασικές σπουδές στο εκπαιδευτικό τους σύστημα. Οι ήρωες των αρχαίων Ελλήνων έγιναν γι' αυτούς οι εθνικοί τους ήρωες και έτσι άρχισαν να δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην κλασική τους κληρονομιά. Ακολουθώντας αυτόν το δρόμο παρέλειψαν ίσως να δουν τις διάφορες καταβολές τους στη σωστή τους προοπτική. Αυτό είναι ένα φαινόμενο κοινότοπο στα έθνη του 19ου αιώνα, που είχαν όλα την τάση να διαλέγουν από το παρελθόν μόνο όσα στοιχεία ταίριαζαν σε ιδέες σχηματισμένες εκ των προτέρων. Το γεγονός όμως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει συνέχεια στην ελληνική ιστορία. Αντίθετα, υπάρχει συνέχεια τόσο στο θέμα της φυλετικής καταγωγής, όσο και σε ό,τι αφορά τη γλώσσα και τον πολιτισμό.

Παρόλο που οι Ρωμαίοι κατέλαβαν τον αρχαίο ελληνικό κόσμο, ο ελληνόφωνος πληθυσμός επέζησε. Επέβαλε μάλιστα σε μεγάλο βαθμό τον πολιτισμό του στις δυνάμεις του κατακτητή. Έτσι, παρά το γεγονός ότι οι κάτοικοι έφτασαν στο σημείο να αυτοαποκαλούνται Ρωμαίοι, παρέμειναν αναμφισβήτητα Έλληνες. Τόσο μεγάλη ήταν η υπεροχή του ελληνικού στοιχείου, και τέτοια ήταν η σπουδαιότητα της γης των προγόνων του ως προς τον πλούτο, τον αριθμό των κατοίκων και τη γεωγραφική θέση που καταλάμβανε, ώστε ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος έκανε το Βυζάντιο πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας. Αν εξαιρέσουμε ορισμένες περιοχές στις οποίες εγκαταστάθηκαν μαζικά λεγεωνάριοι από τη Δύση, στο ανατολικό μέρος υπερίσχυσε η ελληνική γλώσσα και επιβλήθηκε σχεδόν ολοκληρωτικά στις περιοχές εκείνες όπου οι νεοφερμένοι από τη Δύση παντρεύτηκαν Ελληνίδες. Η ίδια αυτή γλώσσα, χάρη στην πλατιά διάδοσή της στο ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας, έγινε η γλώσσα της χριστιανικής Εκκλησίας. Ο απόστολος Παύλος, ένας εξελληνισμένος Ιουδαίος, έκανε στα ελληνικά το κήρυγμά του στους Φιλιππησίους, στους Εφεσίους, στους Θεσσαλονικείς και στους Κορινθίους. Η ελληνική γλώσσα, στην κοινή της μορφή, ήταν η γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε για να γραφούν τα Ευαγγέλια.

Όμως το ερώτημα κατά πόσο η ελληνική Κοινή επέζησε μετά τις επιδρομές των σλαβικών φύλων στις ανατολικές περιοχές της αυτοκρατορίας έδωσε λαβή σε μεγάλες διαμάχες, ιδιαίτερα ανάμεσα σε επιστήμονες έξω από τον ελληνικό χώρο. Σύμφωνα με τα πορίσματα που δημοσίευσε ο Fallmerayer στα βιβλία του που εκδόθηκαν το 1830 και το 1836, τα σλαβικά φύλα που κατέκλυσαν την Ελλάδα κατά τη διάρκεια του 6ου και του 7ου αιώνα άλλαξαν τόσο πολύ τον φυλετικό χαρακτήρα της χώρας, ώστε δεν έμεινε ούτε ρανίδα καθαρό ελληνικό αίμα. Ο Fallmerayer προχώρησε ακόμα περισσότερο και ισχυρίστηκε ότι η ελληνική γλώσσα εξαφανίστηκε ολότελα από την περιοχή εκείνη για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα και ότι, όταν εμφανίστηκε ξανά, η παρουσία της οφειλόταν στο έργο της βυζαντινής Εκκλησίας.

Γιάκομπ Φίλιπ Φαλμεράυερ (1790 – 1861). Πηγή: Βικιπαίδεια

Σήμερα έχει γίνει γενικά παραδεκτό ότι οι επιδρομές των Σλάβων (που είναι πιθανότερο να έγιναν κατά τον 7ο και 8ο και όχι κατά τον 6ο και 7ο αιώνα) είχαν εξαιρετική σημασία. Οπωσδήποτε ο ελληνικός πληθυσμός μειώθηκε σημαντικά και επήλθε μεγάλη επιμειξία ανάμεσα στους λαούς. Η θεωρία όμως ότι η ελληνική γλώσσα εξαφανίστηκε και αργότερα επιβλήθηκε ξανά χάρη στην Εκκλησία απαιτεί την αποδοχή ενός παραλογισμού: ότι η ελληνική Εκκλησία διέθετε ένα πολυσύνθετο και τέλεια οργανωμένο κύκλωμα σχολείων, και έναν αληθινό στρατό από δασκάλους που δίδαξαν τα ελληνικά στους σλαβικούς πληθυσμούς. Πόσο τεράστιος είναι αυτός ο παραλογισμός αποδεικνύεται από το γεγονός ότι το σημερινό ελληνικό κράτος του 20ου αιώνα πέτυχε ελάχιστα πράγματα στην προσπάθειά του να αντικαταστήσει τη σλαβική με την ελληνική γλώσσα στις σχετικά μικρές σλαβικές μειονότητες της βόρειας Ελλάδας. Στην καλύτερη περίπτωση το μόνο που κατόρθωσε ήταν να καθιερώσει τα ελληνικά ως «δεύτερη» γλώσσα στα σχολεία. Στο σπίτι τα παιδιά συνέχιζαν να μιλούν τη μητρική τους γλώσσα. Εξίσου χαρακτηριστικό είναι πως όταν οι Έλληνες ιεραπόστολοι Μεθόδιος και Κύριλλος προσηλύτισαν τους Σλάβους της Μακεδονίας μετά το 850 μ.Χ., δεν προσπάθησαν καθόλου να χρησιμοποιήσουν την ελληνική γλώσσα ως μέσο κατήχησης. Αντίθετα, προτίμησαν να κάνουν το κήρυγμά τους προς τα πλήθη στη σλαβονική, στην οποία είχαν μεταφράσει τη Θεία Λειτουργία με τη βοήθεια ενός τροποποιημένου ελληνικού αλφάβητου. Άλλα όπως κι αν έχουν τα πράγματα, και αν ακόμα η βυζαντινή Εκκλησία είχε τη δυνατότητα να διδάξει ελληνικά στους σλαβικούς πληθυσμούς, τα ελληνικά αυτά δεν θα ήταν παρά ένα λόγιο ιδίωμα, πολύ διαφορετικό από τη γλώσσα που μιλούσαν οι κάτοικοι του Μοριά και της κεντρικής Ελλάδας τον 16ο, 17ο και 18ο αιώνα.

Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι η παράδοση της ελληνικής γλώσσας πρέπει να υπήρξε αδιάσπαστη, και ο γλωσσικός εξελληνισμός των Σλάβων (και αυτό ισχύει και για τον εξελληνισμό των Αλβανών που ήρθαν στην Ελλάδα τον 14ο αιώνα) πρέπει να ήταν συνέπεια της επιμειξίας των νεοφερμένων με τον γηγενή ελληνόφωνο πληθυσμό. Συμπεραίνουμε επίσης ότι ο ελληνόφωνος πληθυσμός που είχε επιζήσει πρέπει να ήταν σημαντικός σε αριθμό. Για την ακρίβεια αυτού του τελευταίου ισχυρισμού υπάρχουν σημαντικές ενδείξεις οι οποίες, αν και δεν είναι αδιάσειστες, πρέπει οπωσδήποτε να βαρύνουν περισσότερο από τις αμφισβητήσιμες υπερβολές των χρονικογράφων που δεν είχαν γνωρίσει οι ίδιοι από κοντά τις περιοχές στις όποιες αναφέρονταν. Υπάρχουν ενδείξεις ότι τον 8ο αιώνα τριάντα δύο Έλληνες επίσκοποι ασκούσαν επίσημα τα καθήκοντά τους στον Μοριά. Υπάρχουν ακόμα ενδείξεις ότι στην Κόρινθο, περιοχή που υποτίθεται ότι είχε τελείως κατακλυστεί από Σλάβους, η ελληνική μητροπολιτική επισκοπή επέζησε· επίσης ότι στα τέλη του 6ου αιώνα δύο επίσκοποι της μητρόπολης της Κορίνθου είχαν αλληλογραφία με τον πάπα Γρηγόριο τον Μέγα· και τέλος ότι το 680, όπως και το 843, ο Έλληνας επίσκοπος της μητρόπολης της Κορίνθου έλαβε μέρος σε οικουμενικές συνόδους.

Η μελέτη της λαογραφίας μας παρέχει πρόσθετες ενδείξεις ότι ένας μεγάλος αριθμός Ελλήνων επέζησε κατά την περίοδο των σλαβικών επιδρομών. Η ελληνική λαϊκή παράδοση διασώζει διάφορες δοξασίες και έθιμα, που είναι γνωστό ό,τι χρονολογούνται από την προχριστιανική εποχή και έχουν σχέση με ειδωλολατρικές θεότητες. Αυτές η Εκκλησία δεν πέτυχε να τις ξεριζώσει και επομένως ήταν αναγκασμένη να τις ανεχτεί και να τις αφομοιώσει. Αν αυτές οι δοξασίες και τα έθιμα είχαν εξαφανιστεί, είναι αδιανόητο με ποιον τρόπο θα μπορούσαν να μεταδοθούν ύστερα από ένα χρονικό διάλειμμα στους Σλάβους, που είχαν τη δική τους λαϊκή παράδοση, η οποία, μολονότι περιέχει δοξασίες κοινές με την ελληνική και με άλλες παραδόσεις, διακρίνεται ωστόσο καθαρά από τη γνήσια ελληνική παράδοση.

Ο ελληνικός λαός με τη γλώσσα του και την παράδοσή του επέζησε όχι μόνο στην Πελοπόννησο και στην κεντρική Ελλάδα, αλλά και σε πολλά νησιά της ανατολικής Μεσογείου, στη νότια Μακεδονία, στις παραθαλάσσιες περιοχές της Θράκης και σε πολλά μέρη της Μικράς Ασίας. Στη Μικρά Ασία μάλιστα (όπως και στα νησιά) η επιμειξία με άλλους λαούς ήταν μικρότερη. Παρόλο που αμέτρητοι ξένοι έμπαιναν στην υπηρεσία των Βυζαντινών και συγχρωτίζονταν με την ελληνική αριστοκρατία, και μολονότι στην περιοχή εκείνη είχαν εγκατασταθεί Σλάβοι και Αρμένιοι, η επιμειξία των κατώτερων στρωμάτων του ελληνικού πληθυσμού με άλλους λαούς ήρθε αργότερα, και κάτω από διαφορετικές συνθήκες: στην περίοδο μετά τις κατακτήσεις των Τούρκων. Επίσης ένα σημαντικό ποσοστό των Ελλήνων εξισλαμίστηκε. Οι Έλληνες εκείνοι που άλλαξαν πίστη (παρά το γεγονός ότι μερικοί από αυτούς συνέχισαν να μιλούν ελληνικά) χάθηκαν για το ελληνικό έθνος εξαιτίας της νέας τους θρησκείας.

D. Dakin, Η ενοποίηση της Ελλάδας 1770-1923, εκδ. ΜΙΕΤ, σελ. 18-21.

 [τηρήθηκε η ορθογραφία και η στίξη του πρωτότυπου, όχι όμως και το πολυτονικό]


Δεν υπάρχουν σχόλια: