
Ο Ίταλο Καλβίνο (1923 – 1985) ήταν Ιταλός πεζογράφος, δοκιμιογράφος και δημοσιογράφος. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Ιταλούς λογοτέχνες του 20ου αιώνα. (πηγή: Βικιπαίδεια)
Με πάγο; Ναί; Πάω μιά στιγμή στήν κουζίνα νά πάρω τόν πάγο. Κι ἀμέσως ἡ λέξη «πάγος» διαστέλλεται ἀνάμεσα σ' αὐτήν καί σ' ἐμένα καί μᾶς χωρίζει ἤ ἴσως μᾶς ἐνώνει, ὅπως μιά εὔθραυστη κρούστα ἐνώνει τίς δύο ὄχθες μιᾶς παγωμένης λίμνης. Ἄν ὑπάρχει κάτι πού ἀπεχθάνομαι, εἶναι νά ἑτοιμάζω τόν πάγο. Μ' ἀναγκάζει νά διακόψω μιά συζήτηση πού μόλις ἄρχισε, στήν κρίσιμη ἐκείνη στιγμή πού τή ρωτάω: θά πιεῖς λίγο οὐίσκι; κι ἐκείνη: εὐχαριστῶ, λέει, μιά σταλιά, κι ἐγώ: μέ πάγο; Καί ἤδη προχωρῶ πρός τήν κουζίνα ὅπως πηγαίνει κανείς ἐξορία, ἤδη μέ βλέπω νά παλεύω μέ τά παγάκια πού δέν ἐννοοῦν νά ξεκολλήσουν ἀπό τή θήκη τους. Μή χολοσκᾶς, λέω, εἶναι θέμα ἑνός λεπτοῦ, κι ἐγώ πίνω πάντα τό οὐίσκι μου μέ πάγο.
Εἶναι ἀλήθεια, τό ντιντίνισμα τοῦ ποτηριοῦ μοῦ κάνει παρέα, μέ ἀπομονώνει ἀπό τήν ὀχλαγωγία στίς γιορτές μέ τόν πολύ κόσμο, μ' ἐμποδίζει νά χαθῶ μέσα στόν κυματισμό τῶν φωνῶν καί τῶν ἤχων, αὐτόν τόν κυματισμό ἀπό τόν ὁποῖο ἐκείνη ἀποκόπηκε μόλις ἐμφανίστηκε γιά πρώτη φορά στό ὀπτικό μου πεδίο, στό ἀνεστραμμένο κιάλι τοῦ ποτηριοῦ μου μέ τό οὐίσκι: τά χρώματά της ἀναδύονταν μέσα ἀπό ἐκεῖνο τό διάδρομο ἀνάμεσα σέ δύο δωμάτια γεμάτα καπνό καί μουσική στή διαπασῶν, κι ἐγώ στεκόμουνα ἐκεῖ μέ τό ποτήρι μου χωρίς νά πηγαίνω οὔτε ἐδῶ οὔτε ἐκεῖ, κι ἐκείνη μέ ἔβλεπε ἐπίσης σέ μιά παραμορφωτική σκιά μέσα ἀπό τή διαφάνεια τοῦ γυαλιοῦ τοῦ πάγου τοῦ οὐίσκι, δέν ξέρω ἄν ἄκουγε ὅσα τῆς ἔλεγα, γιατί ἦταν ὅλη αὐτή ἡ χάβρα, ἤ ἴσως κιόλας νά μήν τῆς εἶχα μιλήσει, ἴσως εἶχα κουνήσει μόνο τό ποτήρι καί ὁ πάγος ταλαντεύτηκε καί ἔκανε ντλίν ντλίν ἐνῶ ἐκείνη ἔλεγε κάτι μέ τό κουδούνισμα τοῦ πάγου της πάνω στό γυαλί, βέβαια δέν μποροῦσα ἀκόμα νά φανταστῶ ὅτι θά ἐρχόταν τό ἴδιο αὐτό βράδι στό σπίτι μου. Ἀνοίγω τήν κατάψυξη, ὄχι, κλείνω τήν κατάψυξη, πρῶτα πρέπει νά βρῶ τό μπώλ γιά τά παγάκια. Κάνε ὑπομονή μιά στιγμή, ἐπιστρέφω ἀμέσως. Ἡ κατάψυξη εἶναι πολική σπηλιά ποὺ στάζει κρύσταλλα πάγου, μιά κρούστα πάγου ἔχει κολλήσει τή θήκη μέσα στήν κατάψυξη, τήν ξεκολλάω μέ μεγάλη προσπάθεια, οἱ ρόγες τῶν δακτύλων μου γίνονται ἄσπρες. Στό ἰγκλοῦ, ἡ Ἐσκιμώα νυφούλα περιμένει τόν κυνηγό τῆς φώκιας ποὺ ἔχει χαθεῖ σ᾿ ἕνα κομμάτι πάγου. Γιά νά ξεκολλήσουν τώρα τά παγάκια ἀπό τά τοιχώματα τῶν διαμερισμάτων τους, ἀρκεῖ μιά ἐλαφριά πίεση: κι ὅμως δέν γίνεται τίποτα, εἶναι ἕνας συμπαγής ὄγκος, ἀκόμα κι ἄν ἀναποδογυρίσω τή θήκη δέν πέφτει, τή βάζω κάτω ἀπό τή βρύση τοῦ νεροχύτη, ἀνοίγω τό ζεστό νερό, ἡ ὁρμή του τσιτσιρίζει στή λαμαρίνα τή σκεπασμένη μέ πάχνη, τά δάκτυλά μου γίνονται ἀπό ἄσπρα κόκκινα. Ἔβρεξα τό ἕνα μανίκι τοῦ πουκαμίσου μου, αὐτό εἶναι κάτι πολύ ἐνοχλητικό, ἄν ὑπάρχει κάτι ποὺ ἀπεχθάνομαι εἶναι νά αἰσθάνομαι κολλημένο στόν καρπό τοῦ χεριοῦ μου τό βρεγμένο πανί. Βάλε στό μεταξύ ἕνα δίσκο, ἐγώ ἔρχομαι ἀμέσως μέ τόν πάγο, μ᾿ ἀκούς; Δέν μέ ἀκούει ὅσο δέν κλείνω τή βρύση, ὑπάρχει πάντα κάτι ποὺ μᾶς ἐμποδίζει ν᾿ ἀκουγόμαστε καί νά βλεπόμαστε. Ἀκόμα καί σ᾿ ἐκεῖνο τό διάδρομο μιλοῦσε μέσα ἀπό τά μαλλιά ποὺ ἔκρυβαν τό μισό πρόσωπό της, μιλοῦσε στό χεῖλος τοῦ ποτηριοῦ κι ἐγώ ἔνιωθα τά δόντια της νά γελοῦν στό γυαλί, στόν πάγο, ἐνῶ ἐκείνη ἐπαναλάμβανε: πα-γε-τώ-νας; λές καί ἀπ᾿ ὅλη τήν κουβέντα ποὺ τῆς εἶχα κάνει ἔφτανε σ᾿ αὐτήν μονάχα τούτη ἡ λέξη, εἶχα κι ἐγώ τά μαλλιά μου πεσμένα μπροστά στά μάτια μου καί μιλοῦσα στόν πάγο ποὺ ἔλιωνε ἀργά. Χτυπῶ τή θήκη στήν ἄκρη τοῦ νεροχύτη, ξεκολλᾶ μονάχα ἕνα παγάκι, πέφτει ἔξω ἀπό τό νεροχύτη, θά κάνει μιά λιμνούλα στό πάτωμα, πρέπει νά τό μαζέψω, πῆγε καί χώθηκε κάτω ἀπό τόν μπουφέ, πρέπει νά σκύψω, ν᾿ ἀπλώσω τό χέρι μου ἐκεῖ κάτω, γλιστρᾶει μέσα ἀπό τά δάκτυλά μου, νά ἐπιτέλους ποὺ τό ἔπιασα, τό ρίχνω στό νεροχύτη, ξαναφέρνω τή θήκη ἀντεστραμμένη κάτω ἀπό τή βρύση. Ἤμουν ἐγώ αὐτός ποὺ μίλησε γιά τόν μεγάλο παγετῶνα ποὺ πρόκειται νά καλύψει πάλι τή γῆ, ὅλη ἡ ἀνθρώπινη ἱστορία δημιουργήθηκε σ᾿ αὐτό τό διάστημα ἀνάμεσα σέ δύο περιόδους παγετώνων ποὺ τώρα πιά τελειώνει, οἱ μουδιασμένες ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου καταφέρνουν μέ δυσκολία νά φτάσουν μέχρι τό γήινο φλοιό ποὺ λάμπει ἀπό πάχνη, οἱ κόκκοι τοῦ κριθαριοῦ συσσωρεύουν τήν ἡλιακή ἰσχύ πρίν αὐτή ἐξανεμιστεῖ καί τήν ἀναπαράγουν στή ζύμωση τοῦ ἀλκοόλ, στό βάθος τοῦ ποτηριοῦ ὁ ἥλιος δίνει ἀκόμα τή μάχη του ἐνάντια στούς πάγους, στόν κυρτό ὁρίζοντα τοῦ Μαέλστρομ* ταξιδεύουν τά παγόβουνα. Ξαφνικά τρία τέσσερα παγάκια ξεκολλοῦν καί πέφτουν στό νεροχύτη, πρίν προφτάσω νά γυρίσω τή θήκη πέφτουν ὅλα μαζί σφυροκοπώντας τόν τοῖχο. Χώνω τά χέρια μου στό νεροχύτη γιά νά τ᾿ ἁρπάξω καί νά τά βάλω στό μπόλ, τώρα πιά δέν ξεχωρίζω τό παγάκι ποὺ εἶχε πέσει στό πάτωμα καί εἶχε βρωμίσει, εἶναι καλύτερα νά τά πλύνω ὅλα ἕνα πρός ἕνα, μέ τό ζεστό νερό, ὄχι, μέ τό κρύο, ἤδη λιώνουν, στό βάθος τοῦ μπόλ ἀρχίζει καί διαμορφώνεται μιά χιονοσκεπασμένη λιμνούλα. Στ᾿ ἀνοιχτά τῆς ἀρκτικῆς θάλασσας τά παγόβουνα δημιουργοῦν ἕνα ἄσπρο κέντημα κατά μῆκος τοῦ ρεύματος τοῦ κόλπου, ὕστερα τό ξεπερνοῦν, προχωροῦν πρός τούς τροπικούς σάν ἕνα κοπάδι γιγάντιων κύκνων, φθάνουν τό στόμιο τῶν λιμανιῶν, ἀνεβαίνουν στίς στροφές τῶν ποταμῶν, κι ἔτσι ψηλά ποῦ εἶναι σάν οὐρανοξύστες μπήγουν τά αἴχμηρά τους σπηρούνια στούς πραγματικούς οὐρανοξύστες γρατζουνίζοντας τούς τζαμένιους τοίχους. Ἡ σιωπή τῆς πολικῆς νύχτας διασχίζεται ἀπό τή βοή τῶν ρηγμάτων ποῦ ἀνοίγουν καταβροχθίζοντας ὁλόκληρες μητροπόλεις, καί ἀπό τόν ὑπόκωφο ἦχο τῶν χιονοστιβάδων ποῦ ἠρεμοῦν μαλακώνουν σβήνουν. Ποιός ξέρει τί κάνει ἐκείνη μέσα, τόσο σιωπηλή, δέν δίνει σημεῖα ζωῆς, μποροῦσε βέβαια νά ἔρθει νά μέ βοηθήσει, εὐλογημένο κορίτσι, οὔτε κάν ποῦ τῆς πέρασε ἀπό τό μυαλό νά μοῦ πεῖ: θέλεις νά σέ βοηθήσω; Εὐτυχῶς τέλειωσα, σκουπίζω τά χέρια μ' αὐτή τήν πετσέτα τῆς κουζίνας, δέν θά ἤθελα ὅμως νά μοῦ μείνει ἡ μυρωδιά, καλύτερα νά ξαναπλύνω τά χέρια μου, τώρα ὅμως ποῦ θά σκουπιστῶ; Τό πρόβλημα εἶναι ἄν τούτη ἡ ἡλιακή ἐνέργεια ποῦ συσσωρεύτηκε στό γήινο φλοιό θά εἶναι ἀρκετή γιά νά διατηρήσει τή θερμοκρασία τῶν σωμάτων κατά τή διάρκεια τῆς προσεχοῦς ἐποχῆς τῶν παγετώνων, τήν ἡλιακή θερμοκρασία τοῦ ἀλκοόλ τοῦ ιγκλού τῆς Ἐσκιμώας νύφης. Νά, τώρα θά γυρίσω κοντά της καί θά μπορέσουμε νά πιοῦμε ἥσυχοι τό οὐίσκι μας. Βλέπεις τί ἔκανε τόση ὥρα σιωπηλή; Ἔχει βγάλει τά ροῦχα της, εἶναι γυμνή στόν δερμάτινο καναπέ. Θά ἤθελα νά προχωρήσω πρός τό μέρος της ἀλλά τό δωμάτιο ἔχει καταληφθεῖ ἀπό τούς πάγους· κρύσταλλα ἑνός ἐκτυφλωτικοῦ λευκοῦ ἔχουν μαζευτεῖ πάνω στό χαλί, πάνω στά ἔπιπλα· ἡμιδιαφανεῖς σταλακτίτες κρέμονται ἀπό τό ταβάνι, στερεοποιοῦνται σέ διάφανες κολόνες, ἀνάμεσα σ’ ἐμένα καί σ’ ἐκείνη ἔχει ὑψωθεῖ μιά συμπαγής κάθετη πλάκα, εἴμαστε δυό κορμιά φυλακισμένα μέσα στόν ὄγκο ἑνός παγόβουνου, καταφέρνουμε μετά βίας νά βλέπει ὁ ἕνας τόν ἄλλο μέσα ἀπό ἕνα τεῖχος γεμάτο αἰχμηρά ἀγκάθια ποῦ λαμπυρίζουν στίς ἀκτῖνες ἑνός ἀπόμακρου ἥλιου. [1975]Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό Χάρτης, τχ. 11 (Μάιος 1984), σ. 552-554
Μετάφραση γιά τόν Χάρτη: Ἀνταῖος Χρυσοστομίδης
[διατηρήθηκε η ορθογραφία και η στίξη της αρχικής δημοσίευσης]
* Το Μαέλστρομ (maelstrom) ή αλλιώς Moskstraumen (ή Moskenstraumen) είναι ένα σύστημα παλιρροιακών δινών και στροβίλων, ένα από τα ισχυρότερα στον κόσμο, που σχηματίζεται στο αρχιπέλαγος Lofoten της Νορβηγίας.
♦
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου