![]() |
| Χόρχε Λουίς Μπόρχες (1899 - 1986). Πηγή: Ο αναγνώστης |
Μπορχεσιανά θέματα
– Πότε, πού και γιατί εμφανίζεται το θέμα του λαβυρίνθου;
– Θυμάμαι ένα βιβλίο μέ μιά ἀναπαράσταση τῶν ἑπτά θαυμάτων τοῦ κόσμου. Μιά ἀπ’ αὐτές ἦταν ὁ λαβύρινθος τῆς Κρήτης. Ἕνα οἰκοδόμημα ποὺ ἔμοιαζε μέ ἀρένα ταυρομαχιῶν, μέ παράθυρα πολύ μικρά, θά ἔλεγα μέ χαραμάδες. Ἀπό μικρό παιδί σκεφτόμουν πώς ἄν εἶχα κοιτάξει παλιά αὐτό τό σχέδιο, μέ τή βοήθεια ἑνός φακοῦ, θά εἶχα καταφέρει νά δῶ τόν Μινώταυρο. Ἐξάλλου ὁ λαβύρινθος εἶναι ἕνα ἔκδηλο σύμβολο τῆς περιπλοκῆς, καί ἡ περιπλοκή, ἡ ἔκπληξη απ’ ὅπου βγαίνει ἡ μεταφυσική κατά τόν Ἀριστοτέλη, ὑπῆρξε μιά ἀπ’ τίς πιό κοινές συγκινήσεις τῆς ζωῆς μου ὅπως καί τοῦ Τσέστερτον ποὺ εἶπε: «ὅλα περνοῦν, μένει ὅμως πάντοτε ἡ ἔκπληξη, προπάντων ἡ ἔκπληξη τῆς κάθε μέρας». Ἐγώ, γιά νά ἐκφράσω αὐτήν τήν περιπλοκή ποὺ μέ συνόδευσε σ’ ὅλη μου τή ζωή καί μ’ ἔκανε νά μή μπορῶ νά ἐξηγήσω τίς ἴδιες μου τίς πράξεις, διάλεξα τό σύμβολο τοῦ λαβυρίνθου ἤ μᾶλλον ὁ λαβύρινθος μοῦ ἐπιβλήθηκε, ἐπειδή ἡ ἔννοια ἑνός οἰκοδομήματος πού κατασκευάστηκε μέ σκοπό κάποιος νά χαθεῖ ἐκεῖ μέσα, εἶναι τό ἀναπόφευκτο σύμβολο τῆς περιπλοκῆς. Πειραματίστηκα μέ διάφορες παραλλαγές πάνω σ’ αὐτό τό θέμα πού μέ ὁδήγησαν στόν Μινώταυρο καί σέ διηγήματα ὅπως τό Ἡ κατοικία τοῦ Ἀστερίονα. Ἀστερίονας εἶναι ἕνα ἀπό τά ὀνόματα τοῦ Μινώταυρου. Ἐπιπλέον τό θέμα τοῦ λαβυρίνθου ὑπάρχει μέ ἰδιαίτερο τρόπο στό διήγημα Ὁ θάνατος καί ἡ πυξίδα καί σέ ἀρκετά ποιήματα τῶν τελευταίων μου βιβλίων.
– Κι οἱ καθρέφτες;
– Οἱ καθρέφτες χρωστοῦν τήν ὕπαρξή τους στό γεγονός ὅτι εἴχαμε στό σπίτι μας μιά μεγάλη τρίφυλλη ντουλάπα, στίλ Ἀμβούργου. Αὐτές οἱ ντουλάπες ἀπό μαόνι τους ἦταν συνηθισμένες στά σπίτια τῶν Εὐρωπαίων ἀποίκων ἐκείνης τῆς ἐποχῆς. Ἐγώ, πλησιάζοντας, ἔβλεπα τόν ἑαυτό μου τριπλό μέσα στούς καθρέφτες καί φοβόμουν ὅτι αὐτές οἱ εἰκόνες δέν ἀντιστοιχοῦσαν σέ μέναν ἀκριβῶς, ἔνιωθα πόσο τρομερό θά ἦταν νά δῶ τόν ἑαυτό μου διαφορετικό σέ κάποιον ἀπό αὐτούς. Αὐτό συνδυάστηκε μ’ ἕνα ποίημα πού διάβασα γιά τόν Πεπλοφόρο Προφήτη τοῦ Χορασάν, τόν ἄνθρωπο ποὺ ἔκρυβε τό πρόσωπό του γιατί ἦταν λεπρός, καί μέ τό διήγημα «Προσωπεῖον», ἕνα μυθιστόρημα τοῦ Δουμά. Αὐτές οἱ δύο ἰδέες συγχωνεύτηκαν: ἡ ἰδέα μιᾶς πιθανῆς ἀλλαγῆς μέσα στόν καθρέφτη καί ἡ ἰδέα ν’ ἀντικρίσω ἕναν ἑαυτό τρομακτικό. Κι ἀκόμη, ἐπειδή ὁ καθρέφτης ἐνέχεται στή σκοτσέζικη ἰδέα τοῦ σωσία (Fetch = κουβαλάω = φάντασμα = σωσίας) πού κουβαλάει τούς ἀνθρώπους στόν ἄλλο κόσμο, στήν ἰδέα τοῦ doppelgänger, ὁ σωσίας πού περπατάει στό πλάι μας καί πού γίνεται κατόπιν ἡ ἰδέα τοῦ Τζέκιλ καί Χάιντ, καί οὕτω καθεξῆς. Ἐγώ λοιπόν πού φοβόμουν τούς καθρέφτες, ἔγραψα ἕνα ποίημα πού μ’ αὐτόν τό φόβο καί τόν συνδυάζω μέ τήν πυθαγόρεια ρήση ὅτι ἕνας φίλος εἶν’ ἕνας ἄλλος ἑαυτός. Σκέφτηκα πώς πιθανῶς ἡ ἰδέα τοῦ ἄλλου ἦρθε στόν Πυθαγόρα βλέποντας τήν εἰκόνα τοῦ ἑαυτοῦ του μέσα στόν καθρέφτη ἤ στό νερό. Παιδάκι, ποτέ δέν τόλμησα νά ζητήσω ἀπ’ τούς γονεῖς μου νά μέ βάλουν σέ κατασκότεινο δωμάτιο γιά νά μήν ἔχω τήν ἀγωνία πρίν ἀποκοιμηθῶ νά κοιτάζω πολλές φορές στούς καθρέφτες γιά νά δῶ ἄν ἦταν πιστοί σ’ αὐτό πού ἐγώ πίστευα πώς ἦταν ἡ εἰκόνα μου ἤ ἄν εἶχαν ἀρχίσει νά τήν ἀλλάζουν γρήγορα καί μέ τρόπο τρομακτικό. Σ' αὐτό προστέθηκε ἡ ἔννοια τῆς πολλαπλότητος τοῦ ἐγώ, πώς τό ἐγώ εἶναι μεταβλητό, πῶς εἴμαστε ὁ ἑαυτός μας κι εἴμαστε ἄλλοι. Μιά ἔννοια πού τήν χρησιμοποίησα πολλές φορές.
– Ἡ ἐπανάληψη τῶν κύκλων, ὅλος αὐτός ὁ κόσμος πού στρέφεται γύρω ἀπό τόν ἑαυτό του, ἀπό ποῦ βγαίνει;
– Ἦταν ὁ πατέρας μου πού μοῦ πρωτομίλησε γι’ αὐτό. Νομίζω πώς τό εἶχε διαβάσει στούς Διαλόγους τῆς φυσικῆς θρησκείας τοῦ Σκωτσέζου φιλοσόφου τοῦ ΙΘ΄ αἰώνα Χιούμ. Ἡ ἰδέα εἶναι πώς ἄν ὁ κόσμος εἶναι διαρκής χάρη σ’ ἕνα περιορισμένο ἀριθμό στοιχείων, κι ἄν ὁ χρόνος εἶναι ἄπειρος, καί κάθε στιγμή ἐξαρτᾶται ἀπό τήν προηγούμενη στιγμή, αρκεῖ νά ἐπαναληφθεῖ μιά στιγμή στήν κοσμική διαδικασία ὥστε νά ἐπαναληφθοῦν κι οἱ ἑπόμενες στιγμές· καί τότε θά ’χουμε, ὅπως πίστευαν οἱ Πυθαγόρειοι καί οἱ Στωικοί, μιά παγκόσμια κυκλική ἱστορία. Λένε πώς ἡ ἰδέα αὐτή ἦρθε ἀπό τίς Ἰνδίες, ἀλλά στίς ἰνδικές κοσμογονίες, στό βουδισμό παραδείγματος χάρη, οἱ κύκλοι ἐπαναλαμβάνονται ἀλλά δέν εἶναι ταυτόσημοι: δηλαδή ἕνα ἄτομο δέν ζεῖ τή ζωή του ἄπειρες, ἀπειράριθμες φορές, ἀλλά κάθε κύκλος ἐπηρεάζει τόν ἑπόμενο κι ἔτσι μπορεῖ νά καταλήξουμε ζῶα, φυτά, δαίμονες, φαντάσματα ἤ μπορεῖ νά ξαναγίνουμε ἄνθρωποι ἤ ἀκόμη καί νά χάσουμε τήν ταυτότητά μας. Αὐτό πρέπει νά εἶναι ἡ Νιρβάνα, ἡ πιό μεγάλη εὐτυχία, νά πέσουμε στόν τροχό τῆς ζωής καί νά βλέπουμε τούς ἑαυτούς μας ἐλεύθερους ἀπ’ τή ζωή. Αὐτή ἡ ἰδέα μοῦ ’χει κάνει μεγάλη ἐντύπωση καί τήν ἐκμεταλλεύτηκα ἀρκετές φορές.
– Ἄς μιλήσουμε γιά τό θέμα τῶν τίγρεων.
– Ἔχω ἐξηγήσει αὐτό τό θέμα σ’ ἕνα ποίημα πού λέγεται «Τό χρυσάφι τῶν τίγρεων». Κατοικούσαμε κοντά στόν Ζωολογικό κῆπο. Πήγαινα συχνά ἐκεῖ, καί τά ζῶα πού μοῦ ἔκαναν τήν μεγαλύτερη ἐντύπωση ἀπό παιδί, ἦταν, ἐκτός ἀπό τούς βίσονες, οἱ τίγρεις. Κυρίως ἡ μεγάλη βασιλική τίγρις τῆς Βεγγάλης. Καθόμουν ὧρες καί τίς κοίταζα. Θαύμαζα τό χρυσαφένιο δέρμα τους καί τίς ραβδώσεις. Μ’ ἐντυπωσίαζαν ἐπίσης οἱ λεοπαρδάλεις, οἱ ἰαγουάροι, οἱ πάνθηρες, ζῶα συγγενικά. Σ’ ἐκεῖνο τό ποίημα λέω πώς τό πρῶτο χρῶμα πού εἶδα πραγματικά, ὄχι τόσο ἀπό φυσιολογικῆς πλευρᾶς, ὅσο συγκινησιακά, ἦταν τό κίτρινο τῆς τίγρης, καί τώρα πού εἶμαι σχεδόν τυφλός, τό μοναδικό χρῶμα πού ξεχωρίζω χωρίς νά κάνω λάθος, εἶναι τό κίτρινο. Ἔτσι τό κίτρινο ἀντιστοιχεῖ στήν ἀρχή καί στό τέλος τῆς ζωῆς μου. Γι’ αὐτό, καί ὄχι γιά λόγους διακοσμητικούς ἤ χάρη μοντερνισμοῦ, ὀνόμασα τό βιβλίο Τό χρυσάφι τῶν τίγρεων. Ἐπιπλέον ἡ τίγρις δίνει τήν ἔννοια τῆς δύναμης καί τῆς ὀμορφιᾶς. Θυμοῦμαι πού μιά φορά ἡ ἀδελφή μου μοῦ ἔκανε αὐτή τήν παράξενη παρατήρηση: «Οἱ τίγρεις εἶναι φτιαγμένες γιά τόν ἔρωτα». Αὐτό πάλι μοῦ θυμίζει ἕναν στίχο τοῦ Κανσίνο Ἄσενς πού λέει σέ μιά γυναῖκα:
«Θά γίνω σάν τήν τίγρη τρυφερός».
Βρῆκα μιά φράση παρόμοια στόν Τσέστερτον πού ἀναφέρεται στήν τίγρη τοῦ ποιήματος τοῦ Γουίλιαμ Μπλέικ σχετικά μέ τήν καταγωγή τοῦ κακοῦ (ἐπειδή ὁ Θεός πού δημιούργησε τό ἀρνί δημιούργησε καί τήν τίγρη πού τό καταβροχθίζει), καί λέει: «ἡ τίγρη εἶναι ἕνα σύμβολο τρομαχτικῆς κομψότητας». Ἐδῶ βρίσκουμε τήν ἔννοια τῆς ὀμορφιᾶς καί τῆς σκληρότητας πού ἀποδίδονται στήν τίγρη. Πολύ πιθανό νά μήν εἶναι σκληρότερα ἀπό ἄλλα ζῶα. Παρόμοια στήν ἀλεπού προσάπτεται ἡ πανουργία καί στό λιοντάρι ἡ μεγαλοπρέπεια. Εἶναι συμβατικότητες τῶν παραμυθιῶν. Προφανῶς, Αἰσώπιες συμβατικότητες.
Πολιτική, τιμές καί προτιμήσεις
– Κάποτε, μοῦ εἴχατε πεῖ πώς θεωρεῖτε τόν ἑαυτό σας ἀναρχικό. Τί ἐννοεῖτε ἀναρχισμό;
– Θά ἤθελα νά ὑπῆρχε ἕνα μίνιμουμ Κυβέρνησης πού νά μή γινόταν καθόλου αἰσθητή, πού νά μήν ἐπηρέαζε καθόλου. Πρόκειται γιά ἕναν ἀναρχισμό τύπου Σπένσερ.
– Ὁ πατέρας σας ἦταν ἀναρχικός;
– Ναί. Μοῦ εἶπε νά κοιτάξω καλά τίς σημαῖες, τά σύνορα, τά διάφορα χρώματα τῶν χωρῶν, τούς διαφορετικούς γεωγραφικούς χάρτες, τίς στολές, τίς ἐκκλησίες, γιατί ὅλ’ αὐτά θά ἐξαφανιστοῦν ὅταν ὅλος ὁ πλανήτης γίνει ἕνα καί θά ὑπάρχει μόνο μιά κοινοτική διακυβέρνηση, μιά δημόσια περιφρούρηση ἤ ἴσως καί τίποτα ἀπολύτως, ἄν ὁ κόσμος ἔχει ἐκπολιτιστεῖ ἀρκετά. Νόμιζε πώς αὐτή ἡ οὐτοπία θά πραγματοποιόταν. Πρός τό παρόν δέν ὑπάρχει κανένα σύμπτωμα, ἴσως ὅμως μέ τόν καιρό ν’ ἀποδειχτεῖ ὅτι ἔχει δίκιο. Πρός τό παρόν οἱ χῶρες ἔχουν τάση νά μεγαλώνουν. Ἴσως ὅταν ὅλος ὁ κόσμος γίνει Ρωσία ἤ Κίνα ἤ Ἡνωμένες Πολιτεῖες νά μή χρειάζονται πιά τά διαβατήρια. Τώρα ἡ γραφειοκρατία εἶναι πολύ ἐνοχλητική. Σήμερα τό πρωί χρειάστηκε νά ὑπογράψω ἕξι ἀντίγραφα τοῦ ἴδιου ἐγγράφου γιά τό Ὑπουργεῖο. Αὐτό χρησιμεύει μονάχα στό νά δίνει δουλειά στήν τεράστια μάζα τῶν ὑπαλλήλων πού ἔχουν στή διάθεσή τους. Σ’ αὐτήν τή χώρα δέν θά ὑπάρχει σέ λίγο τίποτ’ ἄλλο ἀπό δημόσιους ὑπαλλήλους, ἀρχίζοντας ἀπ’ τό στρατό. Ἕνας ὁδοκαθαριστής εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος· ὁ πρόεδρος εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος. Ὅλοι εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι.
– Τί σᾶς ἐνδιαφέρει περισσότερο αὐτήν τή στιγμή στή ζωή, στόν Κόσμο;
– Θά μ’ ἐνδιέφερε νά βρῶ κάποια μορφή γαλήνης πού δέν ἔχω. Καί αὐτήν τή στιγμή μ’ ἐνδιαφέρει ἡ τύχη τῆς πατρίδας μου πού εἶναι πολύ σημαντικό. Ὕστερα μ’ ἐνδιαφέρει πολύ ἡ ὑγεία τῆς μητέρας μου. Κι ἐπιπλέον στήν ἡλικία τῶν 73 χρόνων ζεῖ κανείς περιμένοντας ἕν’ ἄλλο πρόσωπο, παρόλο πού ξέρει πώς μιά τέτοια προσδοκία εἶναι γελοία καί δέν πρόκειται νά ἱκανοποιηθεῖ. Ὅσο γιά τό θέμα νά εἶσαι γνωστός ἤ ἄγνωστος δέν μ’ ἔχει ποτέ ἀπασχολήσει: Εἶναι τόσο σχετικά αὐτά τά δύο. Παρ’ ὅλ’ αὐτά καταλαβαίνω (ἔχω φίλους συγγραφεῖς πού εἶναι πραγματικά καί ἀθεράπευτα ἀποτυχημένοι), καταλαβαίνω πώς μπορεῖ κανείς νά νιώσει κακότυχος ἐπειδή δέν ἔγινε γνωστός. Ὁ Σοπενάουερ ἔχει πεῖ πώς ὅ,τι ἔχουμε δέν μᾶς κάνει ἀπαραιτήτως εὐτυχεῖς, ὅ,τι ὅμως μᾶς λείπει μᾶς κάνει οὕτως ἤ ἄλλως δυστυχεῖς. Παραδείγματος χάρη ἡ περίπτωση τῆς ὑγείας ἤ τῶν ὀργάνων τοῦ σώματος. Τά αἰσθάνεται κανείς ὅταν πονᾶνε. Νομίζω ὅτι καί μέ τήν τύχη τό ἴδιο συμβαίνει. Οἱ πλούσιοι νιώθουν εὐτυχισμένοι καί μποροῦν νά σκεφτοῦν πώς τό χρῆμα δέν ἔχει σημασία ἀλλά ὅταν τούς λείψει σκέφτονται πώς εἶναι πολύ σημαντικό. Κάποτε ὁ Μασεδόνιο Φερνάντες μοῦ διηγήθηκε μιά μικρή ἱστορία. Ἔλεγε: «Τί περίεργο! Ἡ ἀναπνοή ποτέ δέν μέ εἶχε ἐνδιαφέρει, ὅταν ὅμως στήν ἀκτή Καποῦρο στό Μοντεβιδέο μέ σκέπασε ἕνα κῦμα, δοκίμασα ἕνα ἀπρόβλεπτο καί ἔντονο ἐνδιαφέρον γι’ αὐτήν· τό ἐνδιαφέρον αὐτό χάθηκε μόλις βρέθηκα ἐκτός κινδύνου».
Ὁ Μπέρναρ Σόου λέει πώς ὅποιος ἔχει πονόδοντο κάνει τό λάθος νά σκεφτεῖ ὅτι ὅποιος δέν ἔχει εἶναι εὐτυχής. Ἡ ἔλλειψη ἀγάπης, ἡ ἀρρώστια, εἶναι ἄλλες μορφές πονόδοντου.
– Ναί, σίγουρα. Καί τά βραβεῖα πού πήρατε;
– Ἕνα μοῦ ἔδωσε μεγάλη χαρά· ἦταν τό δεύτερο βραβεῖο τοῦ Δήμου γιά τήν πεζογραφία πού μοῦ ἔδωσαν τό 1928 ἤ 1929. Μέ χαροποίησε πολύ περισσότερο ἀπό ἄλλα μεταγενέστερα γιατί ἦταν τό πρῶτο. Κι ὕστερα τρεῖς χιλιάδες πέσος ἐκείνη τήν ἐποχή ἦταν ποσόν.
– Ἀγοράσατε βιβλία;
– Ξόδεψα τριακόσια πέσος γιά μιά παλιά ἔκδοση τῆς Βρεταννικῆς Ἐγκυκλοπαίδειας πού τήν ἔχω ἀκόμη· τήν ἑνδέκατη ἔκδοση – πολύ ἀνώτερη ἀπό τίς πρόσφατες. Πρῶτον γιατί ἡ ἐπιμέλεια ἦταν τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Ὀξφόρδης ἐνῶ τώρα τήν ἐπιμελεῖται δέν ξέρω ποιός ἀμερικανικός ἐκδοτικός οἶκος πού ἐνδιαφέρεται γιά τά πιό θλιβερά πράγματα τοῦ κόσμου: Γιά τή στατιστική ἐπί παραδείγματι. Εἶναι βιβλία γεμάτα ἡμερομηνίες καί ἀριθμούς. Ἐνῶ ἡ παλιά ἔκδοση περιέχει ἄρθρα τοῦ Μακόλεϊ, τοῦ Ντέ Κουίνσι, τοῦ Σουίνμπερν, πού εἶναι πραγματικά δοκίμια. Τώρα τά ἄρθρα γίνονται μέ συντμήσεις: Γεννήθηκε τό ἔτος τάδε, ἕνας σταυρός κι ἡ ἡμερομηνία τοῦ θανάτου. Δημοσίευσε τά ἀκόλουθα ἔργα, μέ ἡμερομηνία σέ παρένθεση. Κριτική σέ τρεῖς γραμμές κι αὐτό εἶναι ὅλο. Αὐτό δέν εἶναι μιά μελέτη γιά ἕνα συγγραφέα. Μοιάζει περισσότερο με ληξιαρχεῖο ἤ μέ τόν τηλεφωνικό κατάλογο, παρά μέ φιλολογική ἐργασία.
Ζωή. Ἐλαττώματα κι ἀρετές
– Ἄν κάνατε ἕναν ἀπολογισμό τῆς ζωῆς σας, ποιές σᾶς φαίνονται οἱ πιό σημαντικές στιγμές;
– Ὁ πρῶτος μου γυρισμός στό Μπουένος Ἄιρες. Μερικές προσωπικές στιγμές πολύ εὐτυχισμένες κι ἐκεῖνες οἱ στιγμές πού γράφω, πού δοκιμάζω μιά κάποια ἱκανοποίηση, ἔστω κι ἄν δέν μοῦ ἀρέσει αὐτό πού γράφω. Ἔχω φτάσει στό συμπέρασμα ὅτι ἡ ἱκανοποίηση τοῦ γραψίματος δέν ἔχει καμιά σχέση μέ τήν ἀξία τοῦ γραπτοῦ. Ὅπως ἔλεγε ὁ Καρλάιλ «κάθε ἀνθρώπινο ἔργο εἶναι ἀντιφατικό, ἡ ἐκτέλεση ὅμως τοῦ ἔργου εἶναι σημαντικό». Αὐτό πού δημιουργεῖται δέν μπορεῖ νά ἔχει μεγάλη ἀξία: εἶν’ ἕνα ἔργο ἀνθρώπινο, μ’ ὅλες τίς ἀτέλειες τοῦ ἀνθρώπου· ἀλλά τό γεγονός τῆς ὁλοκλήρωσης εἶναι αὐτό πού τό κάνει ἐνδιαφέρον. Ὑπάρχουν ἀκόμη στιγμές τῆς παιδικῆς ἡλικίας, ἀναμνήσεις ἀπό ἱππασία, ἀπ’ τή χαρά πού δίνει τό κολύμπι, ἀναμνήσεις ἀπό τύπους [τόπους;]... Ὁ Μαρσέλ Προύστ ἔλεγε πώς ὅταν κανείς νοσταλγεῖ ἕνα μέρος, νοσταλγεῖ στήν πραγματικότητα τήν χρονική περίοδο πού ἀντιστοιχεῖ σ’ αὐτόν τόν τόπο· δέν νοσταλγοῦμε τούς τόπους ἀλλά τούς καιρούς. Σημαίνει πώς ὅταν σκέφτομαι ὅτι στό Τέξας συχνά αἰσθανόμουν εὐτυχισμένος, ἦταν ἐπειδή ἐκείνη τήν ἐποχή ἤμουν εὐτυχισμένος, ἀλλά ἐάν ξαναγυρνοῦσα στό Τέξας τώρα, δέν θά εἶχα κανένα λόγο νά αἰσθανθῶ εὐτυχής. Ἤ ὅταν ἤξερα ὅτι λίγες μέρες μένανε γιά νά ἐπιστρέψω στό Μπουένος Ἄιρες. [...] Εἶναι μιά πόλη ζοφερή, πολύ μεγάλη, μελαγχολική, τοῦ ἔλεγα· γιατί μοῦ φαίνεται πώς οἱ ἄλλοι δέν ἔχουν τό δικαίωμα νά τήν ἀγαπᾶνε.
– Εἴσαστε ζηλιάρης;
– Ναί, προσπαθῶ νά μήν εἶμαι, ἀλλά εἶμαι. Καταλαβαίνω πώς εἶναι ἐλάττωμα.
– Ποιά εἶναι τά ἐλαττώματά σας;
– Νομίζω μιά ὑπέρμετρη ἔπαρση.
– Δέν φαίνεστε καί τόσο ἐπηρμένος.
– Ναί, εἶμαι, ἀλλά μέ κάποια πονηριά.
– Μά ἀφοῦ ἡ ἐπιτυχία δέν σᾶς ἐνδιαφέρει καθόλου...
– Ἡ ἐπιτυχία εἶναι ἕνα πρᾶγμα τόσο ἐφήμερο. Ἐπιπλέον ὅταν κανείς φτάσει τά χρόνια μου βλέπει τόσες ἐπιτυχίες πού τίς σκέπασε ἡ λήθη. Θά σᾶς ἀναφέρω μιά διάσημη περίπτωση. Τό 1910 θεωροῦσαν ὅτι ὁ πιό μεγάλος ἐκπρόσωπος τῆς γαλλικῆς λογοτεχνίας (δηλαδή τοῦ κόσμου, γιατί ἔτσι σκεφτόντουσαν τότε) ἦταν ὁ Ἀνατόλ Φράνς. Αὐτό σήμερα θά φαινόταν κάπως χοντρό, ἐκεῖνα ὅμως τά χρόνια ἡ φήμη του ἦταν ὅση καί τοῦ Βολτέρου. Ὁ Ἀνατόλ Φράνς ἦλθε στό Μπουένος Ἄιρες καί μᾶς ἀνακάλυψε. Ὅλοι αἰσθανθήκαμε πιό ὕπαρκτοι ἐπειδή ὁ Ἀνατόλ Φράνς ἤξερε τήν ὕπαρξή μας. Τοῦ συγχωρήσαμε καί μερικές γκάφες. Ὅταν ἔφτασε στό Μοντεβιδέο εἶπε πώς ἀγαποῦσε τήν Οὐρουγουάη γιατί τοῦ ἄρεσε πολύ ὁ Οὐρουγουανός καφές. Καφές στήν Οὐρουγουάη δέν ὑπάρχει. Θά πρέπει νά ’ταν λάθος πληροφορία τοῦ γραμματέα που θά τοῦ εἶπε: «Στήν Οὐρουγουάη, πρέπει νά μιλᾶτε γιά καφέ».
– Γι’ αὐτό θεωρεῖτε τόν ἑαυτό σας ἐπηρμένο;
– Ναί, νομίζω πώς εἶμαι καί παρ’ ὅλα αὐτά μοῦ φαίνεται περίεργο πού ὁ κόσμος μέ παίρνει στά σοβαρά. Πιστεύω ἐπίσης πώς εὔκολα ρέπω στόν δογματισμό. Σκέφτομαι πώς οἱ ἄλλοι πρέπει νά σκέφτονται σάν ἐμένα. Θυμᾶμαι πώς ὁ Σουίφτ ἔλεγε: «Πόσο ἔξυπνος εἶναι αὐτός ὁ συγγραφέας γιατί λέει αὐτό πού ἐγώ σκεφτόμουν ὅλη τή ζωή».
– Κι οἱ ἀρετές σας, ποιές νομίζετε πώς εἶναι;
– Νομίζω πώς ἔχω μιά εὐκολία μέ τίς λέξεις, μέ τή λογοτεχνία, μέ τόν στίχο, ὄχι ὅταν γράφω ἀλλά ὅταν διαβάζω – πού ἄλλοι δέν ἔχουν. Νομίζω ὅτι μπορῶ νά συγκινηθῶ μέ μιά λέξη. Ἄλλωστε, ἀντίθετα ἀπ’ ὅ,τι πιστεύεται γενικά, νομίζω πώς ἡ ὀμορφιά δέν εἶναι κάτι τό σπάνιο, ἀλλά εἶναι κοινή. Παραδείγματος χάρη, δέν γνωρίζω καθόλου τήν οὐγγρική λογοτεχνία, εἶμαι ὅμως βέβαιος πώς ἄν τήν γνώριζα θά μποροῦσα νά βρῶ σ’ αὐτήν αὐτό πού βρίσκω σέ ἄλλες. Δέν ξέρω τίποτα ἀπό Ἀφγανή ποίηση, θεωρῶ ὅμως ὅτι μπορεῖ νά μοῦ δώσει ὅ,τι μοῦ δίνουν ἄλλες. Ἀλλά πρέπει νά ὁμολογήσω ὅτι δέν ἔχω βρεῖ κανέναν Αὐστραλό συγγραφέα πού νά μοῦ τραβήξει τήν προσοχή, ἄν καί ὁμολογῶ ὅτι δέν ἔχω διαβάσει καί κανέναν, ἐπιχείρημα πού εἶναι σέ βάρος μου. Γιατί δέν λέγεται τίποτα γι’ αὐτούς; Ἤ γιά τούς Καναδούς; Ὅταν ἤμουν στόν Καναδά ρώτησα: Ποιοί εἶναι οἱ ποιητές σας; Ἔχουμε τόν ποιητή Πράτ, μοῦ ἀπάντησαν. Το ὄνομα δέν ἔλεγε καί πολλά. Μοῦ ἀνάφεραν δύο ποιήματα δικά του: ἕνα γιά τόν σιδηρόδρομο πού πάει ἀπό τό Τορόντο μέχρι δέν ξέρω ποῦ... (Τί νά περιμένει κανείς ἀπό μιά σιδηροδρομική ὠδή;)
Μοῦ φαίνεται περίεργο πῶς στίς Ἡνωμένες Πολιτεῖες καί μάλιστα στή Νέα Ἀγγλία, κοντά στά σύνορα μέ τόν Καναδά βγῆκαν συγγραφεῖς σάν τόν Ἔμερσον, τόν Μέλβιλ, τόν Χένρι Τζέιμς, ἐνῶ σέ μικρή ἀπόσταση, στόν Καναδά, δέν δημιούργησαν τίποτα. Ἐκτός ἀπό τό ὅτι εἶναι μιά χώρα μέ μεγαλύτερη τάξη καί ἴσως πιό πολιτισμένη ἀπό τίς Ἡνωμένες Πολιτεῖες, ὅπως λέει ὁ Κίπλιγκ. Φυσικά, τό νά ’χεις δημιουργήσει ἕναν πολιτισμό, εἶναι πολύ, ἀλλά δέν εἶναι συγκινητικό. Μιά πολιτισμένη χώρα εἶναι ἀνώτερη ἀπό μιά χώρα βάρβαρη, μπορεῖ ὅμως νά μήν εἶναι πολύ ἐνδιαφέρουσα.
– Θά θέλατε νά εἴσαστε ἤ νά κάνετε κάτι πού νά μήν ἔχετε κάνει μέχρι τώρα;
– Θά μοῦ ἄρεσε νά εἶμαι ἄνθρωπος τῆς δράσης, ὅπως οἱ πρόγονοί μου. Ὁμολογῶ ὅτι θεωρῶ ἀτυχία πού δέν σκοτώθηκα στή μάχη τοῦ Βέρδε τό 1874, πού δέν κατετρόπωσα τούς Μοντονέρος τοῦ Ρόσας, ὅπως ὁ προπάππους μου ὁ Σουάρες. Ἡ ἀλήθεια εἶναι πώς δεν πραγματοποίησα τίποτα ἀπ’ ὅλ’ αὐτά· ἡ ἀλήθεια εἶναι πώς δέν πῆρα μέρος οὔτε στήν ἐπανάσταση τοῦ ’90, γιατί γεννήθηκα λίγο μετά...
Ἡ μουσική, ἡ ζωγραφική, ὁ θάνατος
– Ποιά μουσική σᾶς ἐνδιαφέρει;
– Δέν ξέρω ἄν ἔχω δικαίωμα νά τήν ὀνομάσω ἀφοῦ δέν τήν καταλαβαίνω: ὁ Μπράμς. Νομίζω πώς εἶναι ἡ μόνη μουσική πού μέ συγκινεῖ ἐκτός ἀπό τίς μιλόνχας, τά σπιρίτσιουαλ ἤ τό κάντε χόντο. Καί ταυτόχρονα ἀντιλαμβάνομαι ὅτι δέν ἔχω δικαίωμα νά τήν θαυμάζω.
– Γιατί;
– Γιατί ἄν μέ ρωτοῦσαν σέ τί διαφέρει ἀπό τίς ἄλλες ἤ σέ τί συνίσταται ἤ πάνω σέ ποιές θεωρίες βασίζεται, δέν θά ἤξερα τί ν’ ἀπαντήσω. Τήν ἐννοῶ σωματικά, ἴσως ὅμως αὐτό νά εἶναι τό σημαντικό: Κι ἴσως τό ἴδιο νά ἰσχύει καί γιά τήν ποίηση, αὐτό πού νιώθεις ἄμεσα, ὅταν τήν ἀκοῦς: Στό δρόμο ἀκούω συνηθισμένους ἀνθρώπους νά λένε φράσεις πολύ ὡραῖες, χωρίς νά τό ἀντιλαμβάνονται, μέ ἀθωότητα.
– Ἡ ζωγραφική δέν σᾶς ἐνδιαφέρει;
– Ναί, μ’ ἔχουν ἐντυπωσιάσει ὁ Ρέμπραντ, ὁ Τέρνερ, ὁ Βελάσκεθ, ὁ Τιτσιάνo καί μερικοί ἐξπρεσιονιστές. Ἀντίθετα, μερικοί ἀπ’ αὐτούς πού συνήθως θαυμάζουν, ὅπως ὁ Ἔλ Γκρέκο, δέν μοῦ κάνουν αἴσθηση. Ἡ ἀντίληψή του περί οὐρανοῦ, μέ ἐπισκόπους, ἀρχιεπισκόπους, μίτρες, μοιάζει πολύ μέ τήν ἀντίληψή μου γιά τήν κόλαση... Ἡ ἰδέα ἑνός οὐρανοῦ ἐκκλησιαστικοῦ, ἑνός οὐρανοῦ πού νά μοιάζει μέ τό Βατικανό, μοῦ φαίνεται τρομακτική.
Προφανῶς δέν σᾶς ἀρέσουν αὐτά πού λέω, ἔτσι δέν εἶναι; Ἄν αὐτός ὅμως εἶναι ὁ οὐρανός τοῦ Γκρέκο, ἐγώ θά προτιμοῦσα νά πάω κάπου ἀλλοῦ. Θά νοσταλγοῦσα τό Καθαρτήριο ἤ τήν Κόλαση. Ὁ Γκρέκο ὅμως δέν πίστευε σ’ αὐτά τά πράγματα, καί στούς πίνακές του εἶναι ἐμφανής ἡ ἀδιαφορία του. Ἦταν βέβαιος πώς δέν ὑπάρχει ἄλλη ζωή· «γιά νά μήν τά χαλάσει ὅμως μέ τήν ἀστυνομία», ὅπως θά ἔλεγε κι ὁ Μασεδόνιο Φερνάντες, ζωγράφιζε ὅλους αὐτούς τούς ἐπισκόπους.
– Ἐσεῖς πιστεύετε σέ μιά ἄλλη ζωή;
– Ὄχι. Πιστεύω ὅτι δέν ὑπάρχει ἄλλη, κι οὔτε θά μ’ ἄρεσε νά ὑπῆρχε. Θέλω νά πεθάνω ἐντελῶς. Δέν μοῦ ἀρέσει κάν ἡ ἰδέα νά μέ θυμοῦνται μετά θάνατον. Ἐλπίζω νά πεθάνω, νά ξεχάσω καί νά ξεχαστῶ.
[Από το βιβλίο της María Esther Vásquez: Borges: imagines, memorias, diálogos, Καράκας, «Monte Avila» 1977].
Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό Χάρτης, τχ. 8 (Οκτώβριος 1983), σ. 163-169
Μετάφραση γιά τόν Χάρτη: Τάσος Δενέγρης [διατηρήθηκε η ορθογραφία και η στίξη της αρχικής δημοσίευσης]
♦

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου