Σάββατο 25 Ιουλίου 2026

Τσαρλς Μπουκόβσκι, Δημόσιες αναγνώσεις: απλώς μια ακόμη δουλειά

Heinrich Karl Bukowski (1920 – 1994). Πηγή: lavart.gr


Ένας ακόμη τρόπος για να κερδίζει χρήματα ήταν οι δημόσιες αναγνώσεις. Ο Χανκ πίστευε πως η γραφή δεν είχε απολύτως ουδεμία σχέση με το να πηγαίνει κάνεις και να διαβάζει ποιήματά του δημοσίως. Θεωρούσε πως αυτό ήταν έκφραση ματαιοδοξίας, ήταν κάτι στημένο και δεν είχε καμία σχέση με την πράξη της ποιητικής δημιουργίας. Μπουκόφσκι: «Η πράξη της δημιουργίας έχει να κάνει με τη γραφή των ποιημάτων στη γραφομηχανή». Συνεπώς, έκανε δημόσιες αναγνώσεις μόνο και μόνο επειδή χρειαζόταν τα χρήματα και απεχθανόταν κάθε λεπτό αυτής διαδικασίας. Είπε στον Ουίλιαμ Τζ. Ρόμπσον και τη Τζόσετ Μπράισον: «Κατέληξα να γίνω αυτό που θα ονόμαζε κανείς απατεώνας λογοτέχνης. Τώρα κάνω πράγματα που παλαιότερα δεν θα μπορούσα να κάνω -ένα απ’ αυτά είναι να κάνω δημόσιες αναγνώσεις. Αυτό το πράγμα δεν μου αρέσει καθόλου».

Έκανε την πρώτη του δημόσια ανάγνωση στις 19 Δεκεμβρίου του 1969, προτού ακόμη παραιτηθεί από το ταχυδρομείο. Ο φίλος του Πίτερ Έντλερ τον έπεισε να διαβάσει ποιήματά του στο βιβλιοπωλείο The Bridge, που βρισκόταν στη λεωφόρο Χόλιγουντ και φιλοξενούσε πολλές εκδηλώσεις λογοτεχνικού ενδιαφέροντος. Παρότι περίμεναν προς το κοινό δεν θα ξεπερνούσε τους είκοσι ανθρώπους, το βιβλιοπωλείο γέμισε ασφυκτικά από κόσμο, με τους παρευρισκόμενους να ξεπερνούν τους διακόσιους. Ο Χανκ δεν είχε τρόπο να συστηθεί και ήταν τρομοκρατημένος με την ιδέα να βρεθεί μόνος πάνω σε ένα μικρό βάθρο με τα φώτα στραμμένα πάνω του, είχε όμως τους φίλους του κοντά του και είχε επιλέξει μια σειρά από τα καλύτερα και πιο κατανοητά του ποιήματα. Καθώς η ανάγνωση προχωρούσε αποκτούσε περισσότερη αυτοπεποίθηση και η εκδήλωση είχε τέτοια επιτυχία που οι ιδιοκτήτες του βιβλιοπωλείου του ζήτησαν να την επαναλάβει το επόμενο βράδυ. Αυτή ήταν μάλλον η πιο τίμια και ειλικρινής δημόσια ανάγνωση που έκανε ποτέ.

Το άγχος της ανάγνωσης σε συνδυασμό με την αποστροφή που ένιωθε πολύ γρήγορα τον ώθησαν σε επιθετική στάση απέναντι στο κοινό: «Νιώθω πως όλοι αυτοί είναι εχθροί μου. Πως έχουν έρθει για να απολαύσουν τη θυσία». Παρότι διάβαζε δημόσια τα ποιήματά του, ήταν αντίθετος με την πράξη, αυτή ήταν μια αντίφαση που τον οδήγησε τελικά σε βίαια ξεσπάσματα, βρισιές και μέθη και, αργότερα, σε πολύ άσχημη συμπεριφορά, όπως εκείνη τη φορά που έφτυσε κατάμουτρα κάποιον που πήγε να του ζητήσει να υπογράψει ένα από τα βιβλία του. Πολύ σύντομα συνειδητοποίησε ότι αυτό ακριβώς ήταν που ζητούσε το κοινό: το θέαμα. Παρατηρούσε την επικρότηση του κοινού κάθε φορά που έφερνε το μπουκάλι με τη μπίρα στα χείλη του για να πιει, έτσι το μπουκάλι με τη μπίρα έγινε αναπόσπαστο εργαλείο των εμφανίσεών του. Ο ίδιος δεν το χρειαζόταν, όμως το κοινό ήθελε να το βλέπει. Ήταν ένα παιχνίδι που έπαιζαν και οι δύο, ποιητής και κοινό, στην πραγματικότητα οι παρευρισκόμενοι δεν συνδέονται με τον Μπουκόφσκι αλλά με την περσόνα που ο ίδιος έχει δημιουργήσει. Με τον κεντρικό ήρωα του Notes Of A Dirty Old Man. Δημιουργήθηκε μια νόρμα, μεθούσε, διάβαζε τα ποιήματα, έβριζε το κοινό, έπαιρνε τα χρήματα και έφευγε. Δεν ήταν τίποτε παραπάνω από μια ακόμη δουλειά.

Έκανε τη δεύτερη δημόσια ανάγνωση τον Μάιο, σ’ ένα πανεπιστήμιο στο Νιού Μέξικο και την επόμενη ημέρα έκανε την Τρίτη, στο Σιάτλ. Πήγε στο Νιού Μέξικο με τρένο, για να φτάσου όμως στο Σιάτλ χρειάστηκε να πάρει αεροπλάνο. Ντρεπόταν υπερβολικά να ρωτήσει την αεροσυνοδό πώς μπορούσε να σφίξει τη ζώνη στο κάθισμά του κι έτσι την άφησε λυμένη. Ήταν νευρικός και τρομοκρατημένος σε όλη τη διάρκεια της πτήσης και φτάνοντας στην Πανεπιστημιούπολη του Μπέλβιλ ήπιε και μέθυσε. Ευτυχώς η εκδήλωση ήταν προγραμματισμένη για την επόμενη μέρα, κατάφερε όμως να προσβάλει, ξεστομίζοντας απίθανες βρισιές, τους οικοδεσπότες του προτού πάει να πέσει για ύπνο. Μετά την ολοκλήρωση της ανάγνωσης σάστισε από τα χειροκροτήματα, τα οποία ήταν δυνατά και ενθουσιώδη και διήρκεσαν τόσο πολύ που ένιωσε άσχημα. Πίστευε ότι τα ποιήματα που είχε διαβάσει δεν ήταν τόσο καλά ώστε να δεχτούν τόσο έντονη επιδοκιμασία και πως το κοινό χειροκροτούσε για κάτι άλλο, για την εικόνα του ίσως, ή για το γεγονός πως είχε καταφέρει να μείνει ζωντανός μετά από όλα αυτά που είχε περάσει στη ζωή του.

Πλέον, στις εμφανίσεις, στις αναγνώσεις, στα πάρτι που ακολουθούσαν και γενικότερα στα γλέντια που γίνονταν, ο Χανκ προστατευόταν υιοθετώντας τα γνωρίσματα του Dirty Old Man: ο ρόλος του ολοκληρωνόταν χορεύοντας σαν ηλίθιος, με μια αισχρή ερωτική συμπεριφορά προς όλες τις γυναίκες που βρίσκονταν τριγύρω, κάνοντας εμετό, και φυσικά, με ντελίριο μέθης, πάντοτε τηρώντας τη βασικότερη προϋπόθεση, να μην εμφανιζόταν ποτέ πουθενά χωρίς να κρατάει μία μπίρα στο χέρι. Παρότι τα πούρα Τσόρτσιλ που κρατούσε πολύ σπάνια τα κάπνιζε, ο Μπουκόφσκι έπινε πράγματι τις μπίρας που κρατούσε στο χέρι, όπως φαίνεται σε τόσες φωτογραφίες.

Barry Miles, Η βιογραφία του Τσαρλς Μπουκόβσκι, εκδ. Εξάντας, 2019, σελ.316-319

Δεν υπάρχουν σχόλια: