Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026

Η αυτοβιογραφική μυθοπλασία και η ζωή των απλών ανθρώπων στο έργο του Μπουκόφσκι

 

Heinrich Karl Bukowski (1920 – 1994). Πηγή: iefimerida.gr

Στο Post Office ο Μπουκόφσκι συνέχισε τη φόρμα που χρησιμοποιούσε στις στήλες του, εκείνη της αυτοβιογραφικής εξιστόρησης, χρησιμοποιώντας τις προσωπικές του εμπειρίες ως βάση της αφήγησης την οποία εξέλιξε σαν πικαρέσκο μυθιστόρημα: ήταν μια ιστορία δίχως αυστηρή δομή, δίχως την ανάπτυξη χαρακτήρων, δίχως εξέλιξη και δίχως κατακλείδα. Πρόκειται για την παλαιότερη φόρμα εξιστόρησης: τη χρησιμοποίησε ο Τσόσερ στο Canterbury Tales, ο Βοκάκιος στο Δεκαήμερον -που ήταν ένα από τα πιο αγαπημένα βιβλία του Μπουκόφσκι-, ο Ραμπελέ στο Gargantua and Pantagruel -το οποίο είναι βέβαιο πως άρεσε στο Μπουκόφσκι-, ο Σαντ, ο Σουίφτ και πολλοί άλλοι. Στην Ιαπωνία η βασική φόρμα της νουβέλας είναι το σισόσετσου ή αλλιώς «νουβέλα πρώτου προσώπου», η οποία είναι απολύτως αυτοβιογραφική, όμως περιέχει ορισμένα φανταστικά επεισόδια· δηλαδή ήταν ακριβώς η μέθοδος του Μπουκόφσκι την οποία ακολουθούσε ως επί το πλείστον στις νουβέλες: «Προσθέτω κάποια ελάχιστα φανταστικά στοιχεία, κάνω βελτιώσεις. Μπορεί σχεδόν καθετί να είναι βιωμένο αλλά δεν μπορώ να μην το τροποποιήσω ελαφρώς με κάτι που θα του δώσει περισσότερη ζωντάνια. Η ιδέα είναι η εξιστόρηση να μην περιστρέφεται γύρω από μένα». Ο Μπουκόφσκι δημιουργεί κάποια απόσταση ανάμεσα στον ίδιο και στον αφηγητή δίνοντας στον πρωταγωνιστή το όνομα Χένρι Τσινάσκι, προσφέροντας στον εαυτό του ένα περιθώριο ελευθερίας όπου η φαντασία του μπορεί να ξετυλιχτεί αχαλίνωτη και τα πραγματικά γεγονότα μπορούν να τροποποιηθούν και να αλλάξουν προς όφελος της λογοτεχνίας ή για δικούς του λόγους. Μπουκόφσκι: «Ο Μπουκόφσκι όπως και να ’χει να διακρίνεται μέσα σ’ όλα. Καταλαβαίνεις, «έκανα αυτό». Ειδικά εάν αυτό που κάνεις είναι κάτι καλό ή σπουδαίο ή μοιάζει έστω σπουδαίο και φέρει το όνομά σου. Αυτό είναι υπερβολικό. Εάν όμως αυτό το κάνει ο Τσινάσκι, ίσως να μην το έχω κάνει εγώ, καταλαβαίνεις, πρόκειται για επινόηση».

Αυτό τοποθετεί τον Μπουκόφσκι σε μια από τις πλέον διαδεδομένες λογοτεχνικές παραδόσεις του εικοστού αιώνα. Ο Προυστ βασίστηκε ιδιαίτερα στις προσωπικές του εμπειρίες, όπως και ο Φιτζέραλντ, ο Χέμινγουεϊ, ο Γουέστ, ο Γκριν, ο Χάξλεϊ, ο Όργουελ και πολλοί ακόμη, όλοι τους όμως προσέδωσαν σε αυτό το υλικό μια βαρύτητα που ήταν πανανθρώπινη. Ο Μπουκόφσκι βρίσκεται πιο κοντά στον Ντέντον Γουέλτς, στον Χένρι Μίλερ ή στον Κνουτ Χάμσουν όπου το υλικό της αυτοβιογραφίας είναι ελάχιστα παραλλαγμένο. Πολλοί από τους σύγχρονους με το Μπουκόφσκι λογοτέχνες, όπως οι Μπιτ, ήταν αυτοβιογραφούμενοι: ο Μπάροουζ με το Junky και το Queer (μολονότι δεν ήταν στις υπόλοιπες εκτεταμένες του νουβέλες), ο Κέρουακ με εξαίρεση το The Town and the City και το Pic, ο Αλεξάντερ Τρόκι με το Cain’s Book, ο Τζον Κλέλον Χολμς με το Go, ο Τζον Ρέτσι με το City of Night, και αρκετοί άλλοι. Ο Χένρι Μίλερ και ο Τζακ Κέρουακ υποστήριζαν πως το σύνολο των έργων τους ήταν όντως αυτοβιογραφικό εάν άλλαζε κάνεις τα ψευδώνυμα των χαρακτήρων και τους έδινε τα πραγματικά τους ονόματα. Ο Ντούλουοζ του Κέρουακ είναι τόσο μυθιστορηματικός όσο ο Τσινάσκι του Μπουκόφσκι, είναι δηλαδή, βασίζονται περισσότερο σε πραγματικά βιώματα απ’ όσο νομίζουν οι περισσότεροι αναγνώστες. Ο Χανκ [= Μπουκόβσκι] δήλωσε στον Άρνολντ Κέι (μιλώντας για την ποίησή του): «Σχεδόν όλα τα έργα μου είναι πράγματι αυτοβιογραφικά. Σε ποσοστό ενενήντα εννέα τοις εκατό». Καλό θα είναι όμως να υπολογίζουμε αυτό το ποσοστό στο εβδομήντα πέντε τους εκατό.

Το Post Office θεωρείται ένα από τα πλέον επιτυχημένα βιβλία του Μπουκόφσκι. Το καθημερινό επαναλαμβανόμενο αδιέξοδο του να δουλεύει κάνεις συστηματικά δεν χρησιμοποιήθηκε συχνά ως θέμα από πολλούς συγγραφείς, παρά το ότι πρόκειται για την πιο κοινή εμπειρία της πλειονότητας του πληθυσμού. Ο Χανκ πέτυχε έναν συνδυασμό ενσυναίσθησης και χιούμορ μεταμορφώνοντάς το σε κλασική αμερικανική πεζογραφία. Από την εποχή του Στάινμπεκ είχε να περιγράψει κανείς την εμπειρία των απλών εργαζομένων με τόση αντικειμενικότητα. Ο Χανκ δεν είναι συναισθηματικός, στην πραγματικότητα το βιβλίο είναι γεμάτο από στιγμιότυπα βίας, σκληρές εικόνες που παρουσιάζονται κατά το πρότυπο της γερμανικής παράδοσης. Αυτή είναι και η σπουδαιότητα του βιβλίου, είναι ειλικρινές και διόλου ρομαντικό στην εξιστόρηση της καθημερινής ρουτίνας, γραμμένο από κάποιον που τα έχει ζήσει όλα αυτά.

Σε μια επιστολή του στη Ρουθ Γουόντλινγκ περιγράφει το πώς κοιτούσε το ρολόι, μετρούσε τις ώρες κάνοντας ασταμάτητα τις ίδιες κινήσεις, διαχωρίζοντας τους φακέλους, ξανά και ξανά, λεπτό προς λεπτό, ώρα με την ώρα: «Πεθαίνω κάθε λεπτό. Όλες αυτές τις ώρες που θα μπορούσα, που να πάρει ο διάολος, να κάνω κάτι για μένα!… Να μην ξαναγυρίσω εδώ ποτέ». Είναι αυτή η κατανόηση και το συναίσθημα προς τις ζωές των ανθρώπων που σπαταλιούνται άδικα κάνοντας όλων των ειδών τις δουλειές, που προσδίδει στη γραφή του αυτή τη στιβαρότητα και αυτήν την αξιοπιστία. Οι αναγνώστες του γνώριζαν πως παρά τους κομπασμούς του, την εγωιστική του στάση, η καρδιά του χτυπούσε ακριβώς εκεί. Πως εννοούσε πράγματι όσα απάντησε όταν τον ρώτησαν σχετικά με τη δολοφονία του προέδρου Κένεντι:

«Καθημερινά βλέπω να δολοφονούν ανθρώπους γύρω μου. Διασχίζω τα δωμάτια των νεκρών, τις πόλεις των νεκρών: των ανθρώπων που δεν έχουν μάτια, που δεν έχουν φωνές· των ανθρώπων με πλαστά συναισθήματα και αναμενόμενες αντιδράσεις· των ανθρώπων που έχουν τα μυαλά των εφημερίδων, τις ψυχές των τηλεοράσεων και τα ιδανικά που τους έμαθαν στο σχολείο… Πώς γίνεται να ασχοληθώ ειδικότερα με τη δολοφονία ενός συγκεκριμένου ανθρώπου όταν σχεδόν όλους τους άντρες, και τις γυναίκες, τους αρπάζουν απ’ όταν είναι μωρά ακόμα μες στην κούνια και ευθύς αμέσως τους ρίχνουν μες στα γρανάζια του συστήματος».

Αυτή ήταν η πρώτη του ύλη, το κεντρικό θέμα του βιβλίου: «Απλά είμαι αποκαρδιωμένος που οι άντρες και οι γυναίκες είναι υποχρεωμένοι να ζουν κατ’ αυτόν τον τρόπο τις ζωές τους. Είναι βασανιστικό για εκείνους και είναι και για μένα βασανιστικό, δεν γνωρίζω όμως πώς μπορεί να γλιτώσει κάνεις απ’ αυτό. Συνεπώς το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να περιγράψω αυτή την οδύνη».

Επιπλέον, κάτι ακόμη πιο σημαντικό ήταν πως ο Χανκ ήθελε αυτοί οι άνθρωποι να αποτελούν το αναγνωστικό του κοινό, και ως ενός σημείου ήταν. Λόγω των κεντρικών του θεμάτων για της ευθύτητάς του, των ειλικρινών περιγραφών της ζωής των ανθρώπων που ανήκαν στις χαμηλότερες κοινωνικές τάξεις, είχε αναγνώστες στα εργοστάσια, στις φυλακές, στα μπαρ και στα πορνεία: «Είμαι ένας πολύ απλός, καθημερινός άνθρωπος. Μπορεί να είμαι ευφυής, αλλά είμαι ταπεινός. Είμαι απλός. Δεν είμαι βαθυστόχαστος. Η ευφυΐα μου πηγάζει από το ενδιαφέρον που δείχνω στις πόρνες, στους εργάτες, στους οδηγούς των τραμ -στους μοναχικούς ταλαίπωρους ανθρώπους. Και αυτοί είναι οι άνθρωποι που θα ήθελα να είναι αναγνώστες μου, και δεν θέλω να βλέπω πάρα πολλά βαθυστόχαστα σχόλια, πάρα πολλή κριτική, ή πάρα πολλά εγκώμια εμφανίζονται ανάμεσα σ’ αυτούς και σ’ εμένα».

Ένιωθε απίστευτη ικανοποίηση όταν λάμβανε επιστολές από φυλακισμένους, λέγοντάς του πως τα βιβλία του περνούσαν από κελί σε κελί, και ένιωθε κολακευμένος όταν μία τσατσά από κάποιο πορνείο πολυτελείας του Λας Βέγκας τον προσκαλούσε να την επισκεφθεί και να τον κεράσει ένα ποτό, λέγοντας πως όλα τα κορίτσια θαύμαζαν το έργο του.

Barry Miles, Η βιογραφία του Τσαρλς Μπουκόφσκι, εκδ. Εξάντας, 2019, σελ.311-315

Δεν υπάρχουν σχόλια: