Σάββατο 22 Αυγούστου 2026

Μαρία Κάλλας (1923-1977): Η ζωή στην κορυφή (α΄ μέρος)

Η Μαρία Κάλλας το 1958 (πηγή: Βικιπαίδεια)


Σε αντίθεση με την εχθρότητα που αντιμετώπισε στο Μιλάνο, η Μαρία στο Λονδίνο έγινε δεκτή με πραγματική λατρεία, όταν στις 10 Ιουνίου 1958 εμφανίστηκε στη Βασιλική Λυρική Σκηνή στο πλαίσιο ενός γκαλά, κλέβοντας κυριολεκτικά την παράσταση με τη σκηνή της τρέλας από τους Πουριτανούς. Μια εβδομάδα αργότερα εμφανίστηκε στην τηλεόραση τραγουδώντας άριες για το BBC. Οι κριτικές ήταν διθυραμβικές. Δε συνέβη όμως το ίδιο και με τη ζωντανή ραδιοφωνική μετάδοση της Τραβιάτα από τη Βασιλική Λυρική Σκηνή, λίγες μέρες αργότερα, για την οποία πολλοί κριτικοί παρατήρησαν ότι η φωνή της ντίβας εμφάνισε κάποιες ανεπάρκειες. Οι ανεπάρκειες αυτές θα επιδεινώνονταν και θα συνέχιζαν να τη βασανίζουν στη διάρκεια του επόμενου χρόνου, με αποτέλεσμα ν’ αρχίσει να χάνει τον έλεγχο στις πολύ ψηλές νότες.

Αυτή δεν ήταν η πρώτη φορά που η Μαρία έχανε τον έλεγχο της φωνής της. Ακόμα και στο ξεκίνημα της καριέρας της οι κριτικοί είχαν επισημάνει τη στριγκιά χροιά της φωνής της όταν ανέβαινε πολύ ψηλά, αλλά με σχεδόν υπεράνθρωπη προσπάθεια εκείνη κατόρθωνε σχεδόν πάντα να την τιθασεύει. Τώρα, όμως, ύστερα από τόσα χρόνια εξαντλητικών παραστάσεων, ούτε το ταλέντο ούτε η θέλησή της ήταν πια ικανά να κάνουν τις φωνητικές της χορδές να υπακούσουν.

Ο λόγος για τη σταδιακή επιδείνωση της φωνής της Κάλλας αποτελεί ως σήμερα θέμα διαφωνίας. Πολλοί την αποδίδουν στη δραματική απώλεια βάρους. Άλλοι είναι πεπεισμένοι ότι γι’ αυτό ευθύνεται ο Ωνάσης, που με τα ξελογιάσματά του δεν της άφηνε περιθώρια για καθημερινή εξάσκηση -κάτι που έκανε από τότε που ήταν παιδί. Πιθανότατα να συντέλεσαν και τα δύο, γεγονός, πάντως, είναι ότι η Μαρία είχε αρχίσει να χάνει τον έλεγχο της φωνής της προτού γνωρίσει τον Ωνάση, και το ήξερε.

Σύμφωνα με τον Τζον Αρντόιν, ο οποίος είχε αφιερώσει μεγάλο μέρος της επαγγελματικής του ζωής αναλύοντας τις παραστάσεις και τις ηχογραφήσεις της Μαρίας και είχε γράψει αρκετές μελέτες σχετικά με την καριέρα της, «η φωνή της είχε από την αρχή βασικές φυσιολογικές ατέλειες που ήταν αδύνατο να ξεπεραστούν. Πολλές φορές κατάφερνε να τις καλύπτει, να τις κάνει να φαίνονται σαν να ήταν μέρος του τραγουδιού, κι αυτό το πετύχαινε χάρη στην απίστευτη θέλησή της και τη συνεχή μελέτη και άσκηση. Για παράδειγμα, είχε μεγάλη δυσκολία να κρατήσει τη φωνή της πάνω από το κόντρα ντο. Το σι και το σι ύφεση δεν της δημιουργούσαν πρόβλημα, πέρα όμως απ’ αυτά της ήταν πολύ δύσκολο να πάει -απλώς δε διέθετε τον απαραίτητο φωνητικό μηχανισμό. Αλλά αυτό το ήξερε. Όπως επίσης ήξερε ότι, με το πέρασμα του χρόνου, θα της ήταν όλο και πιο δύσκολο να διατηρήσει τη φήμη της».

Η Τζουλιέτα Σιμιονάτο, μια μέτζο σοπράνο που υπήρξε συνεργάτιδα και φίλη της Μαρίας μια ζωή, μου μίλησε στο Μιλάνο για τη φωνή και την καριέρα της Κάλλας, ξεσπώντας κάποια στιγμή σε κλάματα. Μου είπε ότι η Μαρία, με την ευθύτητα που την χαρακτήριζε, την είχε ρωτήσει κάποτε γιατί η φωνή της από ένα σημείο και μετά βγαίνει εκτός ελέγχου. «Ρώτησα ήδη την Ιντάλγκο και άλλους», είπε παρακλητικά. «Γιατί ο φυσικός φθόγγος και η ύφεση πάντοτε χορεύουν;» (Η Ισπανίδα σοπράνο Ελβίρα ντε Ιντάλγκο, παγιδευμένη στην Αθήνα μετά το ξέσπασμα του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, υπήρξε η δασκάλα που άσκησε τη μεγαλύτερη επιρροή στη Μαρία, παίρνοντάς την υπό την προστασία της όταν η τελευταία ήταν ακόμα 15 χρονών.)

Η απάντηση της Σιμιονάτο ήταν ότι η Μαρία δεν είχε προστατεύσει τη φωνή της στα νεανικά της χρόνια. «Της είπα: “Ερμήνευσες πολύ δυνατές όπερες, όπως η Καβαλερία και η Τόσκα, αλλά έπρεπε να τραγουδάς όχι να ξεφωνίζεις”. Αλλά το δύστυχο, άπειρο κορίτσι ξεφώνιζε. Ήταν φανερό ότι είχε τραυματίσει το διάφραγμά της σε βαθμό που να μην μπορεί, από ένα σημείο και μετά, να συγκρατήσει την αναπνοή της. Το διάφραγμα είναι ένας μυς, κάτι σαν ελαστικό. Ασκώντας υπερβολική πίεση πάνω σ’ αυτό το μυ τον είχε αποδυναμώσει εντελώς. Δε διέθετε καμιά ελαστικότητα. Κι έτσι ο φθόγγος, ο “φυσικός” και η “ύφεση”, χόρευαν γιατί το διάφραγμα δεν ήταν πια σε θέση να τον στηρίξει. Αν χαθεί η ελαστικότητα, τίποτα δεν μπορεί να την επαναφέρει. Ούτε η ανάπαυση ούτε η μελέτη. Τίποτα. “Έχεις τραγουδήσει πάρα πολλές όπερες με υπερβολική ένταση”, της είπα. “Kαι όχι μόνο αυτό, αλλά ήσουν και πολύ νέα!” “Μα ήταν απαραίτητο!” διαμαρτυρήθηκε. “Μου το επέβαλε η μητέρα μου κι εγώ υπάκουα”».

Αφού ξεκουράστηκε όλο το καλοκαίρι του 1958 στο εξοχικό της στο Σιρμιόνε, η Μαρία ταξίδεψε στο Λονδίνο για δύο βδομάδες ηχογραφήσεων και στη συνέχεια στις Ηνωμένες Πολιτείες για μια σειρά συναυλιών σε βορειοαμερικανικές πόλεις -από το Μπέρμιγχαμ μέχρι την Ατλάντα, το Μόντρεαλ, το Τορόντο, το Κλίβελαντ, το Ντιτρόιτ, την Ουάσιγκτον, το Σαν Φρανσίσκο, το Λος Άντζελες και το Σεντ Λούις. Διέκοψε τη σειρά των συναυλιών για να δώσει δύο παραστάσεις Τραβιάτα στην Αίθουσα Συναυλιών της Πολιτείας του Ντάλας στις 31 Οκτωβρίου και στις 2 Νοεμβρίου. Όσο περιόδευε, η Μαρία περίμενε να μάθει ποιους ρόλους θα της ζητούσε να ερμηνεύσει την επόμενη χρονιά η Μετροπόλιταν Όπερα της Νέας Υόρκης.

Ο διευθυντής της Όπερας, Ρούντολφ Μπινγκ, της έστειλε ένα συγχαρητήριο τηλεγράφημα τη βραδιά της πρεμιέρας της στο Ντάλας με την Τραβιάτα· επρόκειτο για μια παραγωγή του Φράνκο Τζεφιρέλι, που μάγεψε ένα κοινό τεσσάρων χιλιάδων Τεξανών, συμπεριλαμβανομένης και της Μαίρης Κάρτερ. Μετά την Τραβιάτα η Μαρία άρχισε τις πρόβες της Μήδειας στο Ντάλας, σε σκηνοθεσία του συμπατριώτη της Αλέξη Μινωτή, κορυφαίου ηθοποιού και σκηνοθέτη του Εθνικού Θεάτρου, ο οποίος είχε παίξει δεύτερους ρόλους σε αρκετές ταινίες του Χόλιγουντ (για παράδειγμα, τον μπάτλερ στο Νοτόριους) στο διάστημα της εξορίας του στις ΗΠΑ κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο Μινωτής διηγιόταν συχνά πόσο είχε εκπλαγεί όταν σε κάποια κρίσιμη στιγμή της πρόβας είδε τη Μαρία να πέφτει στα γόνατα και να χτυπάει μανιασμένα το πάτωμα. «Τι κάνεις εκεί;» τη ρώτησε. «Δε σου αρέσει;» τον ρώτησε αυτή με τη σειρά της. «Ετοιμαζόμουν να του ζητήσω να κάνεις ακριβώς αυτό», της είπε ο Μινωτής, «γιατί έτσι καλούσαν σε βοήθεια τους θεούς οι αρχαίοι Έλληνες. Εσύ πώς το ήξερες;» Και η Μαρία του απάντησε: «Δεν το ήξερα. «Το έκανα επειδή μου φάνηκε ότι αυτό ήταν το σωστό τη συγκεκριμένη στιγμή». Ο Τζον Αρντόιν, που μου μετέφερε την ιστορία, πρόσθεσε: «Έκανε αυτό που της υπαγόρευε το ένστικτό της και, όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση, ήταν το σωστό. Ο Μινωτής έλεγε πως όταν του το είπε ανατρίχιασε».

Όλοι όσοι δούλεψαν με τη Μαρία -είτε ήταν φίλοι είτε εχθροί- μίλησαν και μιλούν για την ολοκληρωτική αφοσίωσή της στην τέχνη της. «Είμαι μια παθιασμένη καλλιτέχνις και ένας παθιασμένος άνθρωπος», είπε σε κάποιο Βρετανό δημοσιογράφο. «Πιστεύω στην αυτοπειθαρχία και στον αυτοέλεγχο. Αν θέλει κανείς να ζει σε αρμονία με τον εαυτό του, πρέπει να εργάζεται. Να εργάζεται πολύ σκληρά. Δε συμφωνώ με τον Καρτέσιο: “Σκέφτομαι, άρα υπάρχω”. Το δικό μου σλόγκαν είναι: “Εργάζομαι, άρα υπάρχω”». Η Ντόρλε και η Ντάριο Σορία είχαν στενές σχέσεις με τη Μαρία επί είκοσι πέντε χρόνια, ως παραγωγοί των δίσκων της. Η Ντόρλε έγραψε γι’ αυτήν ότι «η συνεργασία μαζί της δεν ήταν πάντα εύκολη, αλλά ως καλλιτέχνις ήταν άψογη: ήταν η πιο σωστή επαγγελματίας, η πιο ευσυνείδητη, η πιο σκληρά εργαζόμενη καλλιτέχνις που γνώρισα ποτέ. Το μουσικό της ήθος ήταν απαράμιλλο». «Δεν ικανοποιούμε ποτέ», έλεγε η ίδια η Μαρία. «Προσωπικά, είμαι ανίκανη να απολαύσω αυτό που έχω κάνει καλά, γιατί μέσα μου βλέπω πάντα μεγεθυσμένα τα πράγματα που θα μπορούσα να έχω κάνει καλύτερα».

Νίκος Γκατζογιάννης, Ελληνική φλόγα, Η ιστορία της Μαρίας Κάλλας και του Αριστοτέλη Ωνάση, τόμος α΄, Η Καθημερινή, Αύγουστος 2023, σελίδα 66-69.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: