
Απονομή του μεταλλίου της Λεγεώνας της Τιμής στον Γεωργιάδη από τον συνταγματάρχη Χάρρυ Ώλντριτζ. Πηγή εικόνας karpathiaki.gr. Λεζάντα: Φ. Τομαή, Μνήμες Πολέμου, Επιχείρηση "Κιβωτός του Νώε", σελ.112
Η ακόλουθη αφήγηση ανήκει στον Αλέξανδρο Γεωργιάδη (1898-1976), ο οποίος γεννήθηκε στην Κάρπαθο και μετανάστευσε στην Αμερική το 1916. Αφού πέρασε από διάφορες δουλειές, σπούδασε Ηλεκτρολόγος Μηχανολόγος στο Κάρνεγκι του Πίτσμπουργκ. Έχοντας πάρει την αμερικανική υπηκοότητα το 1940, κατατάχθηκε στις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες (OSS) και στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου έδρασε ως πράκτορας κυρίως στον Έβρο.
◊
Η Αμερική της εποχής μου φάνταζε στους ξένους το ίδιο όπως και σήμερα. Ήταν ο παράδεισος του κάθε φτωχού κι απελπισμένου από την παρατεταμένη οικονομική δυσπραγία της Ευρώπης, νέου ή και μεσήλικα, που αναζητούσε μια καλύτερη τύχη για τον ίδιο και την οικογένειά του έχοντας διασχίσει μέσα σε άθλιες συνθήκες τον ωκεανό και περάσει τον ταπεινωτικό έλεγχο του Έλλις Άιλαντ. Χιλιάδες ψυχές, στριμωγμένες σαν σακιά στους υγρούς θαλάμους των προσωρινών διαμονητηρίων, περίμεναν στωικά στις ατέλειωτες ουρές για να ανοίξουν για έλεγχο το στόμα τους στους Αμερικανούς εξεταστές, να βήξουν για να φανεί ότι δεν πάσχουν από φυματίωση, την αρρώστια μάστιγα της εποχής που είχε αποδεκατίσει χιλιάδες Ευρωπαίους, κι από εκεί να ξεχυθούν στο εσωτερικό της νέας τους πατρίδας. Άλλοι γνώριζαν ήδη τον προορισμό τους, κάποιος συγγενής ή φίλος τους περίμενε ήδη, άλλοι όμως έδειχναν ολότελα χαμένοι μη γνωρίζοντας τίποτα, ούτε καν στοιχειωδώς τη γλώσσα για να συνεννοηθούν. Μία πραγματική Βαβέλ ανθρώπων κάθε προέλευσης με μόνο κοινό τη θρησκεία, καθώς οι περισσότεροι ήσαν Καθολικοί. Οι Ορθόδοξοι ήμασταν μειοψηφία, αλλά ενωμένοι μεταξύ μας, κι αυτό φαινόταν στην Κυριακάτικη λειτουργία όταν μαζευόμασταν στους ναούς για να ανταλλάξουμε πληροφορίες κάθε είδους με νέα από την πατρίδα, κυρίως όμως για δουλειά καθώς ελάχιστοι είχαν τη δυνατότητα πρόσβασης στον Τύπο.
Συγκριτικά με τη μεγάλη μάζα των μεταναστών που δεν είχαν κυριολεκτικά στον ήλιο μοίρα, εγώ βρισκόμουν σε πολύ καλύτερη θέση. Από τη μια τα λίγα αγγλικά μου, κι από την άλλη η ασφάλεια που εγγυόταν η παρουσία εκεί του αδελφού μου του Νίκου, μετανάστη επίσης, ήσαν μια καλή αρχή για έναν νέο όπως εγώ. Και μπορεί να έκανα κάθε είδους δουλειά του ποδαριού για να επιβιώσω καθώς δεν ήθελα να επιβαρύνω τον Νίκο, αλλά έμενα προσηλωμένος στον στόχο μου να σπουδάσω και να φτιάξω μια καλύτερη προοπτική για το μέλλον μου. Να φτιάξω οικογένεια ούτε μια στιγμή δεν είχε περάσει από το μυαλό μου. Κι ούτε και ήξερα αν θα έμενα για πάντα εδώ ή θα γυρνούσα στο νησί μου, αν ποτέ βεβαίως ελευθερωνόταν. Για μένα η οικογένειά μου παρέμεναν οι ίδιοι μου πάμφτωχοι γονείς, η αδελφή μου η Μαριγώ κι οι υπέργηροι παππούδες μου. Αυτούς ήθελα να βοηθήσω, αυτούς ήθελα να κάνω υπερήφανους με την πρόοδό μου. Τίποτε δεν θα με σταματούσε κι ας γύριζα βρώμικος και πεθαμένος στην κούραση από τα εργοστάσια κάθε απόγευμα στο παγωμένο δωμάτιο, όλο κι όλο τέσσερα - πέντε τετραγωνικά, που νοίκιαζα για σπίτι μου.
Μέσα σε λίγους μήνες βέβαια τα πράγματα φάνηκαν ν’ αλλάζουν προς το καλύτερο κι οι συνθήκες διαβίωσής μου βελτιώθηκαν σημαντικά, χάρις στην Έλεν, μια Αμερικανίδα αρκετά μεγαλύτερή μου σε ηλικία που δούλευε λογίστρια σε μία εταιρεία λίγο έξω από την πόλη. Τη συναντούσα τακτικά στο μπακάλικο της γειτονιάς μου. Διασκέδαζε πολύ με τα αγγλικά μου και στην αρχή προσφέρθηκε να με βοηθήσει τα σαββατοκύριακα να βελτιώσω τη γλώσσα. Έμενε μόνη της σε ένα μικρό αλλά περιποιημένο διαμέρισμα στο κέντρο της πόλης. Γρήγορα ερωτευτήκαμε ο ένας τον άλλο κι αποφασίσαμε να μείνουμε μαζί. Βρήκα δουλειά σε μία επιχείρηση τροφίμων με πολύ καλύτερο ωράριο και αποδοχές, τα αγγλικά μου βελτιώθηκαν σε βαθμό που δεν ξεχώριζαν από τα δικά της και το μόνο στοιχείο που πρόδιδε την καταγωγή μου ήταν τα μαύρα μου μαλλιά, στοιχείο κι αυτό της γοητείας μου καθώς ο αγαπημένος των γυναικών από ταινίες της εποχής δεν ήταν άλλος από τον πασίγνωστο Ροδόλφο Βαλεντίνο.
Ο δρόμος για το πανεπιστήμιο, που ήταν και το όνειρο της ζωής μου, είχε πια ανοίξει και δεν είχα παρά να γραφτώ στο πρώτο έτος της Σχολής Ηλεκτρολόγων Μηχανολόγων του Τεχνολογικού Ινστιτούτου Κάρνεγκι, από τα γνωστότερα ιδρύματα της Αμερικής που ίδρυσε ο γνωστός μεγαλοβιομήχανος με καταγωγή από τη Σκωτία Άντριου Κάρνεγκι.
Η Αμερική όμως δεν ήταν η ίδια που είναι σήμερα κι ο ρατσισμός ελλόχευε παντού. Μπορεί να ήσαν οι μαύροι εκείνοι κυρίως που έμπαιναν στο στόχαστρο των λευκών Αμερικανών, αλλά και οι Εβραίοι, όπως κι εμείς από τον Νότο της Ευρώπης, Έλληνες και Ιταλοί δεν πήγαμε πίσω. Το ίδιο πάνω-κάτω ίσχυε και για τους έρημους Ιρλανδούς, που συχνά πυκνά έπεφταν θύματα ρατσιστικών διακρίσεων στους χώρους δουλειάς. Για κοινωνικές συναθροίσεις, ούτε λόγος.
Η αλήθεια είναι πως έκανα πολλές δουλειές μέχρι να μπορέσω να γραφτώ στη Σχολή Ηλεκτρολόγων Μηχανολόγων στο Κάρνεγκι και πέρασα δύσκολα μέχρι ν’ αρχίσω να δραστηριοποιούμαι επαγγελματικά πάνω στο αντικείμενό μου. Γρήγορα όμως πήρα τα πάνω μου, κυρίως με τις εγκαταστάσεις επιγραφών φθορίου, που ήταν τότε πολύ της μόδας, κι έκλεινα τις δουλειές τη μία μετά την άλλη. Είχα πεισθεί πως τα δύσκολα είχαν περάσει...
Βέβαια, επαναλαμβάνω πως οι καιροί ήσαν δύσκολοι τότε για τους ξένους στην Αμερική. Όποτε συναντιόμουν με πατριώτες στον δρόμο ή μέσα στο τρένο και μας άκουγαν να μιλάμε ελληνικά, μία ήταν η επωδός: «Να πάτε πίσω, βρωμοέλληνες, από κει που ήρθατε!». Ακόμα και στο πιο όμορφο και καθαρό ελληνικό εστιατόριο του Πίτσμπουργκ, είχαν δώσει την ονομασία «Το βρώμικο κουτάλι».
Αλλά και στο Πανεπιστήμιο, όταν ακόμα φοιτούσα, οι Αγγλοσάξονες συμφοιτητές μου ήσαν μεν φιλικοί μαζί μου αλλά κανείς τους δεν με έκανε παρέα εκτός Σχολής. Ό,τι ακριβώς δηλαδή ισχύει σήμερα με τους Αφροαμερικανούς. Έτσι δε και με καλούσαν σε κάποιο πάρτι, έβλεπες καθαρά ότι αλλιώς φέρονταν σε μένα, τον ξένο, κι αλλιώς στους δικούς τους. Αφήνω όταν κάποιο κορίτσι έδειχνε να γοητεύεται από το σκούρο μου μαλλί που θύμιζε γόη της εποχής. Τότε, έμπαινα πραγματικά σε μεγάλα βάσανα και οι γύρω μου αντιδρούσαν όπως αντιδρούν σήμερα σαν βλέπουν μαύρο να κυκλοφορεί με ξανθιά κοπέλα. Η πικρία που μου άφησε εκείνη η σε βάρος μου προκατάληψη δυστυχώς δεν με έχει εγκαταλείψει και ομολογώ πως ακόμα πασχίζω να απαλλαγώ από αυτήν όποτε είμαι υποχρεωμένος να συγχρωτίζομαι με Αγγλοσάξονες τους οποίους τότε προσπαθούσα να αποφεύγω προτιμώντας να κάνω παρέα με Ιταλούς, Πολωνούς, Σέρβους ακόμα και Κινέζους. Τα χειρότερα όμως τα έζησα στη περίοδο του Μακάρθυ, όταν η αντικομμουνιστική υστερία μεταφράσθηκε σε κίνημα κατά των ξένων και πολλοί Έλληνες επιχειρηματίες είδαν τις δουλειές τους να καταστρέφονται. Αποτέλεσμα εκείνων των διωγμών ήταν να αναλάβει ενεργό ρόλο η ΑΧΕΠΑ με σκοπό να προστατεύσει τους Έλληνες της Αμερικής και, όταν έγινε το παράρτημα του Πίτσμπουργκ, έγινα μέλος χωρίς δεύτερη σκέψη. Ήταν μεγάλος ο αγώνας που χρειάστηκε να δώσουμε οι Έλληνες της Αμερικής για να πάψουμε να είμαστε θύματα προκατάληψης και πρέπει να πω ότι καταλυτικό ρόλο έπαιξε το ελληνικό ΟΧΙ ως απάντηση στην ιταλική αλαζονεία το ’40. Μόνο τότε άρχισε το κλίμα να αλλάζει με τα δελτία ειδήσεων να προβάλλουν με ύμνους επί σειρά ημερών τη σθεναρή άμυνα της Ελλάδας απέναντι στην ιταλική επίθεση ως μία απόλυτα ηρωική πράξη και τους Έλληνες περίπου ως αρχαίους ημίθεους...
Φωτεινή Τομαή, Μνήμες Πολέμου, Επιχείρηση "Κιβωτός του Νώε", Αθήνα, εκδ. Εξάντας, 2017, σελ.34-36
♦
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου