Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2021

Ιστορία Β΄ Γυμνασίου (25) - Η άλωση της Πόλης - 3 (πηγές)

Η Κωνσταντινούπολη. Διακρίνονται τα τείχη και η αλυσίδα που έκλεινε την είσοδο του Κεράτιου κόλπου (πηγή: Βικιπαίδεια)

 

Δύο αποσπάσματα για την άλωση από ιστορικούς της εποχής εκείνης, τον Γεώργιο Φραντζή ή Σφραντζή και τον Κριτόβουλο τον Ίμβριο, σε παράφραση Γιώργου Κοτζιούλα. Περισσότερες πληροφορίες στο ιστολόγιο του Ν. Σαραντάκου, απ'  όπου πήρα τα κείμενα.

 

 

ΤΟ ΨΥΧΟΡΡΑΓΗΜΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

ΕΝΩ Η ΠΟΛΗ ΕΠΕΡΙΜΕΝΕ ΤΗΝ ΕΙΣΒΟΛΗ ΤΟΥ ΜΩΑΜΕΘ

Οι τελευταίοι εμψυχωτικοί λόγοι του Αυτοκράτορος

Η ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ 28ΗΣ ΜΑΙΟΥ, ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΑΦΗΓΕIΤΑΙ Ο ΦΡΑΝΤΖΗΣ

 

Όταν ακούσαμε μεις απ’ την Πόλη έναν τέτοιο αλαλαγμό, σα βουή θάλασσας μεγάλη, λέγαμε ανάμεσά μας σαν τι τάχα να ήταν και σε λίγο μάθαμε σίγουρα κι αληθινά πως ο αμηράς (=Μωάμεθ) ετοίμαζε για την άλλη μέρα να επιχειρήσει επίθεση δυνατή, από στεριάς και πελάγους, με όλα τα δυνατά του ενάντια στην Πόλη. Κι εμείς λογαριάζαμε το πλήθος των απίστων, που καθώς νομίζω εγώ σε καθέναν (μάχιμο) από μας αναλογούσαν παραπάνω από πεντακόσιοι δικοί του· και βασίσαμε όλες μας τις ελπίδες στη θεία πρόνοια. Κι ο βασιλιάς (=Παλαιολόγος) πρόσταξε, μαζί με τις άγιες και σεπτές εικόνες και τις θεϊκές απεικονίσεις, παπάδες, δεσποτάδες και καλόγεροι και τα γυναικόπαιδα αντάμα να κάμουν το γύρο των τειχών (λιτανεία) κράζοντας με δάκρυα «Κύριε ελέησον» και παρακαλούσαν το Θεό να μη μας παραδώσει για τα κρίματά μας σε χέρια εχθρών παρανόμων και απίστων, των χειρότερων που βρίσκονται στην οικουμένη, μα να φανεί σπλαχνικός σ’ εμάς τους κληρονόμους του. Και έδιναν κουράγιο ο ένας στον άλλον με κλάματα ν’ αντισταθούν άφοβα στους εχθρούς την ώρα τής επίθεσης. Το ίδιο κι ο βασιλιάς, την ίδια πικρή βραδυά τής Δευτέρας, μάζεψε όλους τούς άρχοντες και τους πολίτες, τους δημάρχους, τους εκατοντάρχους και άλλους αξιωματικούς τού στρατού και τους είπε τα εξής: «Όλοι εσείς, ευγενέστατοι άρχοντες και εκλαμπρότατοι δήμαρχοι και στρατηγοί και γενναιότατοι στρατιώτες κι όλος ο πιστός και ακριβός λαός μου, ξέρετε καλά πως έφτασε η ώρα που ο εχθρός τής πίστης μας σκοπεύει να μας πιέσει πιο δυνατά από πριν με κάθε πολεμικό τέχνασμα και μηχάνημά του, και θα μας κάμει πόλεμο τρανό με συμπλοκή μεγάλη και σύρραξη από στεριά και θάλασσα με όλα του τα δυνατά, για να χύσει, αν μπορέσει, το φαρμάκι του σα φίδι και να μας καταπιεί σαν ανήμερο λιοντάρι. Γι’ αυτό σας λέω και σας παρακινώ να σταθήτε αντρείοι και με γενναία ψυχή, όπως κάνατε πάντα σας ως τώρα ενάντια στους εχθρούς τής πίστης μας. Σ’ εσάς εμπιστεύομαι την περίλαμπρη και ξακουσμένη τούτη πόλη και πατρίδα μας και βασιλεύουσα των πόλεων. Ξέρετε καλά, αδέρφια, πως για τέσσερα πράγματα χρωστούμε να σκοτωθούμε παρά να ζήσουμε: πρώτον, για την πίστη και την ευσέβειά μας∙ δεύτερον, για την πατρίδα∙ τρίτον, για το βασιλιά ως νόμιμό κυρίαρχο· και τέταρτον, για τους συγγενείς και φίλους μας. Λοιπόν, αδέρφια, αν χρωστάμε για ένα απ’ αυτά τα τέσσερα ν’ αγωνιζόμαστε ως την τελευταία πνοή μας, πολύ περισσότερο για όλα τούτα, αφού το βλέπετε ολοφάνερα πως κινδυνεύουμε να χάσουμε τα πάντα. Αν για τις δικές μου αμαρτίες παραχωρήσει ο Θεός τη νίκη στους απίστους, διακινδυνεύουμε την αγία μας πίστη, που μας χάρισε ο Χριστός με το ίδιο του το αίμα∙ κι αυτή είναι το σπουδαιότερο απ’ όλα. Και αν κανένας κερδίσει όλο τον κόσμο και χάσει την ψυχή του, τί φελάει; Δεύτερον, θα στερηθούμε πατρίδα τόσο ξακουστή μαζί με την ελευθερία μας. Τρίτον, χάνουμε τη βασιλεία, που άλλοτε ήταν περίφημη και τώρα ταπεινωμένη κι εξευτελισμένη κι εξουθενωμένη· την παίρνει ο τύραννος και άπιστος. Τέταρτον, θα στερηθούμε τ’ αγαπημένα μας παιδιά και τους σπιτικούς και συγγενείς μας. Αυτός ο αλιτήριος ο αμηράς είναι πενήντα εφτά μέρες ως τα σήμερα που ήρθε και μας απόκλεισε και δεν έπαψε να μας πολιορκεί μέρα και νύχτα με κάθε πολεμικό μέσο και δύναμη. Και με τη βοήθεια τού παντεπόπτη Χριστού και Κυρίου μας πολλές φορές ως τα σήμερα διώχτηκε ντροπιασμένος απ’ το κάστρο μας. Μα και τώρα μη δειλιάσετε, αδέρφια, αν το κάστρο γκρεμίστηκε σ’ ένα μέρος απ’ τη βρονταριά και τα βλήματα των πολιορκητικών μηχανών, γιατί, καθώς βλέπετε, όσο μπορέσαμε το διορθώσαμε ξανά. Εμείς όλη μας την ελπίδα τη στηρίξαμε στην ακαταμάχητη δόξα τού Θεού, ενώ αυτοί στ’ άρματα και στ’ άλογα και στη δύναμη και στον αριθμό. Εμείς όμως βασιζόμαστε στ’ όνομα του Θεού και Σωτήρος μας και κατά δεύτερο λόγο στα χέρια μας και στην παλικαριά μας, που μας χάρισε η δύναμη η θεϊκή. Ξέρω πως αυτό το αμέτρητο λεφούσι των απίστων θα χυμήξουν απάνω μας, όπως συνηθίζουν, με βάναυσο τρόπο κι έπαρση και θράσος μεγάλο κι ορμή για να μας πιέσουν, τόσο λίγοι που είμαστε, και να μας ζορίσουν με την έφοδό τους, βγάζοντας φωνές μεγάλες και αμέτρητους αλαλαγμούς για να μας τρομάξουν. Τα μπαγλατίσματά τους [φωνές, οχλοβοή] αυτά τα ξέρετε καλά και δε χρειάζεται να επιμείνω περισσότερο. Μέσα σε λίγο διάστημα θα τα κάμουν αυτά και αμέτρητες πέτρες και άλλα θα ρίξουν απάνου μας σαν τον άμμο της θάλασσας. Αλλά νομίζω πως δε θα σας κάνουν κακό, γιατί σας κοιτάω και χαίρεται η καρδιά μου και με τέτοιες ελπίδες τρέφω το λογισμό μου, πως, αν και είμαστε πολύ λίγοι, ωστόσο είστε όλοι σας επιδέξιοι και άξιοι και ρωμαλέοι και δυνατοί και μεγαλόκαρδοι κι έτοιμοι για καθετί. Να προφυλάσσετε καλά τα κεφάλια με τις ασπίδες σας στη συμπλοκή και στη σύρραξη. Το δεξί χέρι σας, που θα κρατάει το σπαθί, να είναι πάντα προταμένο. Οι περικεφαλαίες σας κι οι θώρακες κι οι σιδερένιες αρματωσιές σας έχουν αρκετή αξία και μαζί με τον υπόλοιπο οπλισμό σας στην ώρα της σύγκρουσης θα σας εξυπηρετήσουν πολύ· τέτοια οι αντίπαλοί μας δε μεταχειρίζονται ούτε έχουν καθόλου. Επιπλέον εσείς βρίσκεστε μέσα στο κάστρο προφυλαγμένοι, ενώ αυτοί προχωρούν απροφύλαχτοι και με δυσκολία. Γι’ αυτό, συστρατιώτες μου, φανείτε ετοιμοπόλεμοι, ακλόνητοι και μεγαλόψυχοι με τη βοήθεια του Θεού. Πάρτε για παράδειγμα τους λίγους ελέφαντες των αρχαίων Καρχηδονίων, πώς κυνήγησαν με τα ξεφωνητά και με την εμφάνισή τους τόσο μεγάλο πλήθος των Ρωμαίων. Κι αν τους κυνήγησαν άλογα ζώα, τόσο περισσότερο εσείς, που είστε κύριοι των αλόγων ζώων, ενώ αυτοί που έρχονται να συγκρουστούν μαζί μας είναι σαν άλογα και ακόμα χειρότεροι. Ρίχνετε καταπάνω τους λόγχες και σπαθιά και δοξάρια και κοντάρια. Και να λογαριάζετε πως κυνηγάτε κοπάδι από αγριογούρουνα, για να καταλάβουν οι άπιστοι πως δε δίνουν μάχη με άλογα ζώα σαν κι αυτούς, αλλά με κυρίους και αφέντες κι απογόνους Ελλήνων και Ρωμαίων. Ξέρετε πολύ καλά πως ο άπιστος αυτός αμηράς και εχθρός της αγίας μας πίστης, χωρίς καμιά σοβαρή αιτία, διάλυσε τις καλές σχέσεις που είχαμε και καταπάτησε τους όρκους τους πολλούς του χωρίς να τους λογαριάσει καθόλου, παρά ήρθε ξαφνικά κι έχτισε φρούριο στο στενό του Ασωμάτου, για να μπορεί να μας κάνει κάθε μέρα ζημιά. Έβαλε φωτιά κι αφάνισε τα χωράφια και τα περιβόλια και τα σπίτια μας. Τ’ αδέρφια μας τους Χριστιανούς όσους βρήκε τους σκότωσε και τους σκλάβωσε. Τη συνθήκη που είχαμε τη διάλυσε. Με τους Γαλατιανούς όμως έπιασε φιλίες κι αυτοί χαίρονται τώρα, μη ξέροντας οι δυστυχισμένοι το μύθο με το παιδί του γεωργού που έψηνε σαλιγκάρια κι είπε: Ω, ανόητα ζώα και τα λοιπά. Ήρθε λοιπόν, αδέρφια, και μας έκανε αποκλεισμό ανοίγοντας κάθε μέρα το θεόρατο στόμα του και κοιτώντας να βρει κατάλληλη περίσταση για να μας καταπιεί, εμάς και την πόλη τούτη που έχτισε ο τρισμακάριστος και τρανός βασιλιάς Κωνσταντίνος και την αφιέρωσε και την πρόσφερε στην πάναγνη και υπεραγία Δέσποινα Θεοτόκο και αειπαρθένο Μαρία για να είναι κυρία και βοηθός και σκέπη στην πατρίδα μας και καταφύγιο των Χριστιανών, ελπίδα και χαρά όλων των Ελλήνων, καύχημα σ’ όλους όσους είναι στην Ανατολή.

Κι αυτός ο ασεβέστατος θέλει να κυριέψει την Πόλη, που ήταν άλλοτε ξακουστή και πεντοβολάει σαν τριαντάφυλλο της εξοχής. Αυτήν που σκλάβωσε μια φορά όλην την υφήλιο, μπορώ να πω, αυτός θέλει τώρα να την υποδουλώσει και να επιβάλει ζυγό και σκλαβιά στην βασιλεύουσα των πόλεων· και τις άγιες εκκλησιές μας, όπου προσκυνούσαμε την Αγία Τριάδα και δοξολογούσαμε την Παναγία και όπου ακούγονται οι άγγελοι του Θεού να υμνούν το θείο και την ενσάρκωση του Θεού Λόγου, αυτές θέλει τώρα να τις μεταβάλει σε προσκύνημα της βλασφημίας του και του μωρολόγου ψευδοπροφήτη Μωάμεθ και σε σταύλο αλόγων και καμήλων. Βάλτε τα λοιπόν αυτά καλά μέσα σας, αδέρφια και συμπολεμιστές μου, για να μείνει αιώνιά σας η μνήμη και η δόξα και η ελευθερία».

Έπειτα γυρνώντας προς τους Βενετσιάνους, που στέκονταν στα δεξιά του, τους είπε: «Ευγενείς Ενετοί, αδελφοί αγαπημένοι εν Χριστώ τω Θεώ, άντρες ρωμαλέοι και στρατιώτες δυνατοί και στον πόλεμο ξεχωριστοί, εσείς που πολλές φορές με τα γυαλιστερά σπαθιά σας και με τη θεϊκή χάρη εξοντώσατε τα στίφη των Αγαρηνών και το αίμα τους έτρεξε ποτάμι απ’ τα δικά σας χέρια, σας παρακαλώ σήμερα να υπερασπίσετε με όλη την καρδιά σας την πόλη τούτη που βρίσκεται σε τέτοιον κίνδυνο πολεμικό. Ξέρετε καλά πως την είχατε πάντα σα δεύτερη πατρίδα και μητέρα σας. Γι’ αυτό σας το λέω καλά και σας παρακαλώ να φερθείτε αυτή την ώρα σαν ευσεβείς και ομόπιστοι κι αδέρφια».

Έπειτα γύρισε στους Λιγουρίτες, προς την αριστερή μεριά, και τους είπε: «Ω Λιγουρίτες, εντιμότατοι αδελφοί, άντρες πολεμιστές και ατρόμητοι και φημισμένοι, ξέρετε καλά και κατέχετε πως η άμοιρη τούτη πόλη δεν ήταν μονάχα δική μου, αλλά και δική σας από πολλές απόψεις. Εσείς πολλές φορές τη βοηθήσατε με προθυμία και με τη δική σας επικουρία τη λυτρώσατε από τους εχθρούς της τους Αγαρηνούς. και τώρα πάλι είναι η περίσταση κατάλληλη για να τη βοηθήσετε δείχνοντας την εν Χριστώ αγάπη και αντρεία και παλικαριά σας».

Έπειτα στράφηκε κι είπε σ’ όλους γενικά: «Δεν έχω καιρό να σας μιλήσω περισσότερο. Μονάχα παραδίνω στα χέρια σας το ταπεινωμένο μας σκήπτρο για να το προφυλάξετε με ζήλο. Ζητάω ακόμα κι αυτήν τη χάρη από την αγάπη σας, να δείξετε την πρεπούμενη τιμή και υποταγή στους στρατηγούς και δημάρχους και εκατοντάρχους σας, καθένας ανάλογα με τη σειρά και το τάγμα και την υπηρεσία του. Μην το ξεχάσετε αυτό. Κι αν εφαρμόσετε ολόψυχα τα όσα σας παρήγγειλα, έχω ελπίδα στο Θεό να γλυτώσουμε απ’ τη δίκαιη φοβέρα του που κρέμεται απάνω μας. Κοντά σ’ αυτό μας περιμένει ο αδαμάντινος στέφανος στα ουράνια, αλλά και στον κόσμο η μνήμη μας θα είναι αιώνια κι αντάξιά μας».

Αφού είπε αυτά και τελείωσε την ομιλία του κι ευχαρίστησε με δάκρυα και στεναγμούς το Θεό, όλοι αποκρίθηκαν σα μ’ ένα στόμα λέγοντας με κλάματα: «Ας πεθάνουμε για του Χριστού την πίστη και για την πατρίδα μας». Αφού άκουσε αυτό ο βασιλιάς και τους ευχαρίστησε με το παραπάνω, τους έταξε και πάμπολλες δωρεές.

Έπειτα τους είπε ξανά: «Λοιπόν, αδέρφια και συστρατιώτες, το πρωί να είστε έτοιμοι. Με τη χάρη και την αρετή που σας χάρισε ο Θεός και με τη βοήθεια της Αγίας Τριάδος, που σ’ αυτήν βασίζουμε όλες τις ελπίδες μας, θα κάμουμε τους εχθρούς μας να φύγουν από δω πέρα ντροπιασμένοι».

Ακούγοντας αυτό οι δύστυχοι Ρωμιοί έκαναν καρδιά σα λιονταριού κι αφού συχώρεσαν ο ένας τον άλλον ζητούσαν να φιλιωθούν αναμεταξύ τους κι αγκαλιάζονταν με κλάματα, χωρίς ούτε τ’ αγαπημένα τους παιδιά να μνημονεύουν ούτε για γυναίκες ή για πλούτη να νοιάζονται, παρά μονάχα να σκοτωθούν υπερασπίζοντας την πατρίδα τους. Κι ο καθένας γύρισε στην προσδιορισμένη του θέση και φρουρούσαν σίγουρα το κάστρο. Όσο για τον βασιλιά, αυτός πήγε στον πανσεβάσμιο ναό της του Θεού Σοφίας κι αφού προσευχήθηκε με κλάματα, κοινώνησε τα άχραντα και θεία μυστήρια. Το ίδιο έκαμαν και πολλοί άλλοι εκείνη τη νύχτα. Έπειτα πήγε στο παλάτι, όπου στάθηκε λίγο και ζήτησε απ’ όλους συχώρεση. Ποιος μπορεί να μολογήσει τα κλάματα και τους θρήνους που έγιναν εκείνη την ώρα στο παλάτι. Κι από ξύλο ή πέτρα να ήταν κανένας δε θα μπορούσε να μη θρηνήσει.

 

–◊

 

ΜΩΑΜΕΘ Ο ΠΟΡΘΗΤΗΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ

ΠΩΣ ΙΣΤΟΡΕΙ ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΤΗΣ ΑΛΩΣΕΩΣ Ο ΧΡΟΝΙΚΟΓΡΑΦΟΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΚΡΙΤΟΒΟΥΛΟΣ

 

Ο βασιλιάς (=Μωάμεθ ο Πορθητής), μπαίνοντας ύστερα στην Πόλη, παρατηρούσε την έκταση και την τοποθεσία της, το μεγαλείο και την ομορφιά της, το πλήθος, το μέγεθος και το κάλλος των ναών και των δημοσίων κτιρίων, την πολυτέλεια των ιδιωτικών μεγάρων και των κατοικιών των επισήμων και των ισχυρών καθώς και την τοποθεσία του λιμανιού και του ναυστάθμου και πόσο ταιριαστά κι έξυπνα κι απλά ήταν κατασκευασμένη και διακοσμημένη η πολιτεία στο καθετί. Έβλεπε και πόσοι πολλοί είχαν σκοτωθεί και είχαν ρημάξει τα σπίτια της κι είχε αφανιστεί ολόκληρη και χαλαστεί. Και τον έπιασε αμέσως συμπόνια και μετάνιωσε με το παραπάνω για τους σκοτωμούς και τις διαρπαγές και δάκρυσε το μάτι του κι αναστενάζοντας δυνατά από τα βάθη της καρδιάς του είπε: «Τι πολιτεία που παραδώσαμε στο διαγούμισμα και στον αφανισμό!». Τόσο πολύ συγκινήθηκε. Κι αληθινά έπεσε απάνω μας μεγάλη συμφορά μ’ αυτό που πάθαμε στην Πόλη, τέτοιο που δεν ξανάγινε σε καμιά απ’ τις μεγάλες πολιτείες που αναφέρονται και μολογιούνται τόσο για το μέγεθος της νικημένης πόλης όσο και για τη βιαιότητα και τραχύτητα της επιχείρησης. Και παραξενεύτηκαν πολύ κι οι άλλοι όλοι, αλλά κι οι ίδιοι οι δράστες και τα θύματα για το αφύσικο και ασυνήθιστο του γεγονότος και για το υπερβολικό και καταπληκτικό της συμφοράς. Έπεσε βέβαια κι η Τροία, στα χέρια όμως των Ελλήνων ύστερα από πόλεμο δέκα χρόνων, έτσι που, αν και στον αριθμό των σκοτωμένων και των αιχμαλώτων η καταστροφή δεν ήταν μικρότερη από τούτη, αλλά μεγαλύτερη θάλεγε κανείς, ωστόσο αυτές οι απώλειες έφερναν κάποιο ξαλάφρωμα και παρηγοριά στην πόλη· γιατί απ’ το ένα μέρος οι Έλληνες έδειξαν αρκετό ανθρωπισμό στους αιχμαλώτους επειδή σεβάστηκαν τις κοινές ατυχίες, κι απ’ την άλλη μεριά με το να πολεμούν αδιάκοπα τόσον καιρό και να περιμένουν καθημερινά να πέσει η πόλη, έχασαν την άμεση αίσθηση της καταστροφής· ενώ το δικό μας κακό είν’ απαρηγόρητο. Κυριεύτηκε κι η Βαβυλώνα από τον Κύρο, αλλά δεν έπαθε τίποτε το ανεπανόρθωτο, ούτε έπεσε στη σκλαβιά, ούτε ντροπιάστηκαν οι γυναίκες και τ’ αγόρια της, παρά μόνο άλλαξε αφέντη, και μάλιστα στη θέση τού αχρείου μπήκε τίμιος. Κυριεύτηκε κι η Καρχηδόνα δυο φορές απ’ το Σκιπίωνα, αλλά την πρώτη φορά, δίνοντας ομήρους και πληρώνοντας πολεμική αποζημίωση, ζημιώθηκε μόνο οικονομικά, ενώ τη δεύτερη φορά αποίκισαν λίγο παραπέρα τους κατοίκους της με τις γυναίκες και τα παιδιά και όλα τα υπάρχοντά τους, ζωντανούς κι απείραχτους, χωρίς να πάθουν καμιά τέτοια συμφορά.

Σκοτώθηκε κι ο βασιλιάς ο Κωνσταντίνος, όπως είπα, πολεμώντας, αυτός που στον ιδιωτικό του βίο στάθηκε γνωστικός και μετρημένος, εξαιρετικά προικισμένος με φρόνηση και αρετή, μυαλωμένος και πολύ μορφωμένος, κι όσο για τις δημοτικές και δημόσιες υποθέσεις μην παραχωρώντας τα πρωτεία σε κανέναν απ’ τους προγενέστερούς του βασιλιάδες, ικανός να στοχαστεί τι χρειάζεται, περισσότερο απ’ τον καθέναν, ακόμα πιο ικανός να παίρνει αποφάσεις, ασύγκριτος σ’ ευγλωττία κι αντίληψη, πιο ασυναγώνιστος στο ν’ ασχολείται με την κατάσταση κι όσο για τα τωρινά, τα ζύγιζε σωστά, πράγμα που έχουν πει για τον Περικλή, ενώ τα μέλλοντα τα πρόβλεπε με μεγάλη επιτυχία, αποφασισμένος να ενεργεί και να υφίσταται το καθετί για χάρη τής πατρίδας και των υπηκόων του. Έτσι, ενώ έβλεπε με τα ίδια του τα μάτια τον ολοφάνερο κίνδυνο που απειλούσε την πόλη κι ενώ μπορούσε να γλυτώσει τον εαυτό του και πολλοί ήταν εκείνοι που τον παρακινούσαν σ’ αυτό, δε θέλησε να το κάμει, αλλά προτίμησε να πεθάνει μαζί με την πατρίδα και τους υπηκόους του, και μάλιστα να πεθάνει ο ίδιος πρωτύτερα, για να μην ιδεί την πόλη σκλαβωμένη κι απ’ τους κατοίκους της άλλους να σφάζονται απάνθρωπα κι άλλους να σέρνονται σκλάβοι στην ατιμία. Όταν δηλαδή είδε τους εχθρούς να τον πιέζουν και να μπαίνουν στην πόλη περήφανα απ’ τη γκρεμισμένη μεριά τού κάστρου, λεν πως έβγαλε μια μεγάλη φωνή κι έκραξε τούτα για στερνή φορά: «Πάτησαν την πόλη κι εγώ βρίσκομαι ακόμα στη ζωή;». Λέγοντας αυτά όρμησε ανάμεσα στους εχθρούς και θανατώθηκε. Τόσο ενάρετος ήταν και φρόντιζε για τα κοινά, μα στάθηκε άτυχος σ’ όλη τη ζωή του κι ακόμα πιο άτυχος στα στερνά του. Έτσι τελείωσε η μεγάλη πόλη τού Κωνσταντίνου, που υψώθηκε πολύ σε δόξα και δύναμη και πλούτο στα χρόνια τα καλά της και που αποσκέπασε όλες τις προηγούμενές της, ξεπερνώντας πολύ τον μέσον όρο, και που την αποθαύμαζαν για τη δόξα και τον πλούτο και την εξουσία και τη δύναμη και την έκταση και όλα τ’ άλλα καλά της.

Ο βασιλιάς Μεχμέτης (δηλ. Μεχμέτ, ο Μωάμεθ), αφού σεργιάνισε καλά την Πόλη και τα κατατόπια της, γύρισε στο στρατόπεδό του και κανόνισε το μοίρασμα της λείας. Πρώτα-πρώτα πήρε ο ίδιος τη συνηθισμένη αναλογία απ’ τα λάφυρα, έπειτα διάλεξε απ’ όλους το καλύτερο μερίδιό τους, όμορφες κοπέλες απ’ αρχοντόσπιτα και πανέμορφα αγόρια, που κάμποσα απ’ αυτά τ’ αγόρασε κιόλας απ’ τους στρατιώτες. Διάλεξε κι απ’ τους έγκριτους πολίτες όσους πληροφορούνταν πως ξεχώριζαν σε καταγωγή και φρόνηση και αρετή, κοντά στους άλλους και το Νοταρά τον ίδιον, πολίτη από τους ισχυρούς που διακρινόταν σε σύνεση και πλούτη κι εξουσία κι αρετή και δύναμη πολιτική, και του έδωσε τιμητικά το δικαίωμα να τον επισκέπτεται και του μίλησε με μειλίχιο τρόπο και τον τράβηξε με το μέρος του χαρίζοντάς του ελπίδες, όχι μονάχα στον ίδιον, αλλά και σ’ όσους είχε εκείνος κοντά του· γιατί συμπονούσε τους άντρες και τη δυστυχία τους, σε τι ευτυχία βρίσκονταν και πού καταντήσαν· κι είχε καλό σκοπό γι’ αυτούς αν και ο φθόνος δεν το επέτρεψε ύστερα. Κι αφού ταχτοποίησε αυτά τα σχετικά με τους στρατιώτες όμορφα κι όπως το βρήκε καλύτερα, κι αφού τίμησε άλλους απ’ αυτούς μ’ εξουσίες κι αξιώματα, άλλους με χρήματα, τροφοδοσίες κι άλλα δώρα, κι αφού αντάμειψε και συγχάρηκε όσους ήξερε πως αγωνίστηκαν γενναία, μιλώντας μπροστά σ’ όλους και λέγοντας πολλά για να τους παινέσει και να τους ευχαριστήσει, άφησε ελεύθερο πια το στρατό του. Κι ο ίδιος με τους αξιωματικούς και τους αυλικούς του μπήκε στην πόλη, όπου πρώτα-πρώτα σχεδίασε πως θα μπορούσε να την κάμει πάλι κατοικούμενη, διαρρυθμίζοντάς την όχι όπως ήταν πρωτύτερα, αλλ’ ακόμα καλύτερα, έτσι που να γίνει πρωτεύουσά του, μια που βρισκόταν σ’ ένα τόσο κατάλληλο μέρος από άποψη στεριάς και θάλασσας· έπειτα χάρισε σ’ όλους τους αξιωματικούς και τους εμπίστους του λαμπρά σπίτια των προεστών και περιβόλια και χωράφια κι αμπέλια στο εσωτερικό της πόλης, ακόμα και πανέμορφους ναούς, να τους χρησιμοποιούν για κατοικία τους. Διάλεξε κι ο ίδιος για τον εαυτό του την ωραιότερη τοποθεσία στη μέση της πόλης για να χτίσει το παλάτι του. Ύστερ’ απ’ αυτό όσους αιχμαλώτους πήρε στο μερίδιό του, μαζί με τα γυναικόπαιδα, τους εγκατέστησε στην παραλία τού λιμανιού, σα θαλασσινοί που ήταν (τους έλεγαν πρωτύτερα Στενίτες), παραχωρώντας τους σπίτια κι απαλλαγή φόρων για ορισμένο διάστημα. Και σ’ όλους τους άλλους έβγαλε προκήρυξη, πως όσοι θέλανε να μείνουνε στην πόλη πληρώνοντας ο καθένας τη ξαγορά του ή δίνοντας υπόσχεση πως θα την καταβάλουν στους αφέντες των μέσα σε ορισμένο διάστημα, παραχώρησε και σ’ αυτούς απαλλαγή φόρων και κατοικίες είτε δικές τους είτε ξένες. Σχεδίαζε ακόμα να εγκαταστήσει εκεί και τους αρχόντους που διάλεξε μαζί με τα παιδιά τους, δίνοντάς τους σπίτια και χτήματα και τρόπο να ζήσουν, και τους περιποιήθηκε με κάθε τρόπο· αυτά είχε στο νου του και μελετούσε, όπως λέγαν. Το Νοταρά σκόπευε να τον κάμει επόπτη της πόλης και επικεφαλής του νέου συνοικισμού, αφού πρωτύτερα τον χρησιμοποίησε ως σύμβουλό του σχετικά. Αλλά πρόφτασαν τα βέλη τού φθόνου να τον χτυπήσουν κατάκαρδα, αυτόν και τους δικούς του, και τους βρήκε άδικος θάνατος. Μερικοί δηλαδή από τους ισχυρούς, δεν ξέρω πώς, παρακινημένοι από μίσος και ζήλεια απέναντί τους, κατάφεραν να πείσουν τον κυρίαρχό τους να τους βγάλει απ’ τη μέση, λέγοντας πως δεν έπρεπε Ρωμαίοι (Ρωμιοί) αυτοί και προεστοί να εγκατασταθούν μέσα στην Πόλη και να αξιωθούν οποιαδήποτε προστασία, μα ούτε και να ζουν καθόλου δεν πρέπει και να βρίσκονται στον τόπο το δικό σου, του είπαν· γιατί μόλις πάρουν λίγο απάνω τους και γλυτώσουν από τη σκλαβιά δε θα φοβούνται πια, παρά ζηλεύοντας τα καλά τους και όσα είχαν πρωτύτερα, ακόμα και την ελευθερία, θα κάμουν το καθετί ενάντια στην πόλη είτε πηγαίνοντας αυτόμολοι μαζί με τους εχθρούς μας είτε μένοντας εκεί. Παρασυρμένος απ’ αυτούς ο βασιλιάς διάταξε να σκοτωθούν οι άντρες. Σκοτώθηκαν λοιπόν αυτοί και, κοντά στους άλλους, σκοτώθηκε κι ο μέγας δούκας (Νοταράς) μαζί με τους δυο γιους του. Και λεν πως αυτός, όταν τον πήγαν στον τόπο της εκτέλεσης, παρακάλεσε το δήμιο να σκοτώσει πρωτύτερα μπρος στα μάτια του τα παιδιά του, για να μην τυχόν, αντικρίζοντας το θάνατο, αρνηθούν την πίστη τους, κι ύστερα απ’ τα παιδιά του να θανατώσει τον ίδιον. Στέκοντας λοιπόν ατένιζε το σφάξιμο των παιδιών του μ’ αδείλιαστο βλέμμα και μ’ ατρόμητο ηθικό και ύστερα, αφού προσευχήθηκε κι ευχαρίστησε το Θεό για το τέλος των γιων του, έσκυψε κι αυτός το κεφάλι του μπρος στο σπαθί του δημίου. Οι δικοί του, εννιά τον αριθμό, σκοτώθηκαν κι αυτοί όλοι τους θαρραλέα, με ακλόνητο ηθικό και γενναιότητα. Αργότερα όμως ο βασιλιάς, αφού ανακάλυψε το δόλο και τη μοχθηρία εκείνων που τον παρασύραν να σκοτώσει τους προεστούς, τους μίσησε για την κακουργία τους και τους κυνήγησε από μπροστά του, άλλους απ’ αυτούς τιμωρώντας με θάνατο κι άλλους αποστερώντας τους τ’ αξιώματα και τις τιμές· έτσι αυτοί δεν άργησαν να δώσουν λόγο τους για τη σκευωρία τους απέναντι των αρχόντων. Αυτά έγιναν λίγο αργότερα. Διόρισε τότε έπαρχο στην πόλη για να τη διοικεί έναν άντρα από τους μυαλωμένους και κατάλληλους, αλλά και τίμιον στο χαρακτήρα, ονομαζόμενο Σουλεϊμάνη, που εκτός από τ’ άλλα του ανάθεσε να κανονίσει όπως έπρεπε και τα σχετικά με το ξανακατοίκημα της Πόλης.

 


Δεν υπάρχουν σχόλια: