Δευτέρα 25 Αυγούστου 2025

Νεοελληνική Γλώσσα Β΄ λυκείου (10) - Πώς οι Αιγινήτες πιάσανε τον Κεμάλ (παραπληροφόρηση VΙ)

Το παρακάτω αφήγημα του Κώστα Βάρναλη δίνει ένα παράδειγμα παραπληροφόρησης της κοινής γνώμης σε συνθήκες πολέμου. Το γεγονός παίρνει τραγικές διαστάσεις, γιατί συνδέεται με τις τελευταίες δραματικές μέρες της Μικρασιατικής εκστρατείας. Περισσότερες πληροφορίες θα βρείτε στην ανάρτηση του Νίκου Σαραντάκου, από την οποία άντλησα το κείμενο.

 

Ο ελληνικός στρατός στην Αλμυρά έρημο (1921) [πηγή: Βικιπαίδεια]

 

Πώς οι Αιγινήτες πιάσανε τον Κεμάλ

Τέλη Αυγούστου του 1922, απάνου στην ακμή των μπαιν-μιξτ, των νυχτερινών χορών στο «Κόρτε», των σταφυλιών και των σύκων, καθώς και της μικρασιατικής εκστρατείας, ένα απόγεμα, που φυσούσε δυνατός και πρόσχαρος μπάτης, αρχίσανε να χτυπάνε ενθουσιασμένες όλες οι καμπάνες της Αίγινας: της μητρόπολης, της Παναγίας, τ’ Αϊ-Νικόλα.

Οι φάτσες των μαγαζιών, τα μπαλκόνια των σπιτιών, των ξενοδοχείων, του δημαρχείου γεμίσανε παντιέρες, μικρές και μεγάλες, από μπλάβες έως γκρίζες. Οι βάρκες μέσα στο λιμάνι απλώσανε στην κορφή της αντένας ή στο κοντάρι της πρύμνης από μια γαλανόλευκη και στολίσανε τ’ άλμπουρά τους με κλαριά από μυρτιά ή πεύκο. Κι ανοίγοντας τα πανιά τους στο δυνατό και πρόσχαρο μπάτη στο λιμάνι, λες και τις κυνηγούσανε και τις ερεθίζανε σαν άλογα τα απανωτά κύματα των ήχων, που στέλνανε οι καμπάνες από τη στεριά.

Ο κόσμος κατέβαινε στην προκυμαία να μάθει τι τρέχει. Και μόλις ακούγανε τι έτρεχε, οι φάτσες των αγαθών ανθρώπων αστράφτανε από ευχαρίστηση. Επιτέλους! Ο Θεός έκανε το θάμα του!

Τι έτρεχε δηλαδή;

Διαδόθηκε πως ήρθε τηλεφώνημα στο ταχυδρομικό κατάστημα της Αίγινας από την Αθήνα, πως ο στρατός μας έπιασε στη Μικρά Ασία τον Κεμάλ αιχμάλωτο με όλο του το επιτελείο!

– Χριστός ανέστη, μπρε παιδιά!

– Είδες; Δε σου το έλεγα; Αυτό θα ήτανε το τέλος του.

– Άιντε τώρα, μπαρμπα-Φος, μάθε πως μια ελληνική μεραρχία κάνει δέκα φραντσέζικες!

Η τηλεφωνική συγκοινωνία Αίγινας-Αθήνας γίνεται ορισμένες ώρες της ημέρας. Έπρεπε να βραδιάσει για να πάρει γραμμή το ταχυδρομείο. Και τότες μας ήρθε η απάντηση: «ότι η είδησις επί του παρόντος ουδαμόθεν επιβεβαιούται· πάντως αναμένεται η σύλληψις του Κεμάλ, διότι έχει περικυκλωθεί υπό των Ελλήνων!»

***

Γρήγορα γρήγορα και με τρόπο κατεβήκανε οι παντιέρες (*). Οι βάρκες μαζέψανε τα κλαριά τους και δέσανε στο μουράγιο. Εκεί, φρόνιμες και ταχτικές, πάψανε να κουνάνε την ουρά τους απάνου στα ήσυχα νερά, που αστραποβολούσανε από τα ηλεχτρικά φώτα των αντικρινών μαγαζιών. Μαζί με τη μπουνάτσα έδυσε και το όνειρο του πατριωτικού θριάμβου κι απλώθηκε μπουνάτσα στις τρικυμισμένες φαντασίες!

– Πού θα μας πάει; λέγανε αναμεταξύ τους οι πιο θερμοί άνθρωποι. Δεν είναι σήμερα, θα είναι αύριο.

Μα αύριο (ήγουν μετά μια ή δυο βδομάδες) ήρθε το ανάποδο μαντάτο: μας έπιασε … ο Κεμάλ!

Δυο τρεις μέρες πριν αρχίσανε οι εφημερίδες και τα επίσημα ανακοινωθέντα να μασάνε τα λόγια τους. «Ερράγη εις έν ή δύο σημεία το μέτωπον… Ο στρατός συνεπτύχθη, όπως δώσει μάχην πλησίον των κέντρων εφοδιασμού του. Προσεχώς θ’ αρχίσει η αντεπίθεσις κτλ, κτλ.» Αλλά τα ψέματα τούτα δεν προφτάνανε να ριζώσουνε. Γιατί τα τραγικά γεγονότα ακολουθούσανε ραγδαία το ένα το άλλο. Κι η αλήθεια άρχισε να μη μπορεί να κρυφτεί: «Όλος ο στρατός φεύγει πανικόβλητος, ρίχνοντας τα όπλα του! Αιχμάλωτος ο στρατηγός Τρικούπης με όλες του τις μεραρχίες! Η Σμύρνη καίγεται! Ο στρατός κι ο ελληνικός πληθυσμός με μεγάλη αταξία και πατείς με πατώ σε κοιτάει να σωθεί στα βαπόρια κτλ, κτλ.»

***

Όσο να έρθουμε στα συγκαλά μας απ’ αυτές τις ειδήσεις, έφτασε στην Αίγινα το πρώτο βαπόρι με φυγάδες στρατιώτες. Το κατάστρωμα απάνου ήτανε γεμάτο φίσκα από πηλήκια. Το βαπόρι, αν δε γελιέμαι, τράβαγε για τον Πόρο ή για το Ανάπλι, μα οι Αιγινήτες στρατιώτες αναγκάσανε με τα όπλα στο χέρι τον καπετάνιο να σταματήσει να βγούνε.

Όλοι χωρίς απολυτήριο κι οι περισσότεροι χωρίς όπλα ξεμπαρκαριστήκανε στην Αίγινα αξούριστοι, κουρελιασμένοι, με τα μάτια ακόμα γεμάτα τρομάρα. Διηγόντανε πλήθος απίστευτες τραγικότητες της φυγής. Μα και ήτανε πολύ ευχαριστημένοι, που πήρε ένα τέλος αυτός ο βραχνάς. Πέσανε στο κρασί με τα μούτρα κάτου στις ταβέρνες. Κι άμα ήρθανε στο κέφι το στρώσανε στο τραγούδι και στο χορό. Και στα σμπάρα. Όλη η προκυμαία αναστατώθηκε από το τουφεκίδι. Μα και κανένας δεν τολμούσε να τους μιλήσει. Οι αρχές μαζευτήκανε στο καβούκι τους. Ένα δυο αξιωματικοί που βρισκόντανε εδώ, τρέξανε να κλειστούνε στα σπίτια τους. Γιατί ο κόσμος, τα είχε με τους αξιωματικούς, που δεν κάνανε το χρέος τους, μα φύγανε «ενώπιον του εχθρού!»

(*) Ο Μπραντές διηγείται κάπου πως το ίδιο γίνηκε μια φορά και στο Παρίσι, στον πόλεμο του ’71. Είχε διαδοθεί πως αιχμαλωτίστηκε ο πρωσικός στρατός, σημαιοστολίστηκε όλο το Παρίσι και το βράδυ βράδυ μαθεύτηκε η τραγική αλήθεια. Και τα χέρια βγαίνανε κρυφά και δειλά και ντροπιασμένα από παράθυρα και κατεβάζανε τις σημαίες.

πηγή: ανάρτηση στο ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου

 


Δεν υπάρχουν σχόλια: