Σάββατο 30 Αυγούστου 2025

Ο Βασίλης Κάλφας εξηγεί την πλατωνική θεωρία των Ιδεών (α΄ μέρος)

  

Πλάτων. Πορτρέτο του Σιλανίωνα
(πηγή: Wikimedia Commons)

 

Θεωρία των Ιδεών

Ας περάσουμε, λοιπόν, ξεκινώντας αυτή τη διάλεξη, στην ίδια τη φιλοσοφία του Πλάτωνα και λογικά θα ξεκινήσουμε από τη διάσημη "θεωρία των Ιδεών", που είναι η συμβολή, θα έλεγε κανείς, του Πλάτωνα στη φιλοσοφία και είναι μια θεωρία γενική. Δεν είναι απλώς μια θεωρία για το τι υπάρχει —μια οντολογική θεωρία— είναι πολύ περισσότερο απ’ αυτό. Είναι και μια θεωρία γνώσης, είναι και μια θεωρία ανθρώπινης συμπεριφοράς ταυτοχρόνως ή, αν θέλετε, θεμελιώνει την ανθρώπινη συμπεριφορά.

Με απλά λόγια, θα έλεγε κανείς, ότι αυτό που ο Πλάτων προτείνει στη θέση αυτών που πρότειναν οι Προσωκρατικοί… Σκεφτείτε, ας πούμε, τον Θαλή, ο οποίος έλεγε ότι "τα πάντα είναι νερό", "η αρχή των πάντων είναι νερό" ή αργότερα "τα άτομα και το κενό" ο Δημόκριτος ή "τα τέσσερα στοιχεία" ο Εμπεδοκλής. Ο Πλάτων σ’ ένα ερώτημα "τι είναι, τι υπάρχει;" θα απαντούσε ότι, αφενός υπάρχει ο κόσμος, μέσα στον οποίο ζούμε και τον οποίο αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας και την εμπειρία μας, αλλά δεν είναι μόνο αυτό η πραγματικότητα, υπάρχει ένα δεύτερο πεδίο πραγματικότητας, το οποίο ονομάζει πεδίο των Ιδεών —όπου οι Ιδέες αποτελούν αυθύπαρκτες νοητές οντότητες, οι οποίες δεν έχουν άμεση σχέση με την αισθητή πραγματικότητα· και μάλιστα ιεραρχώντας τα δύο βασίλεια —το βασίλειο της αίσθησης και το βασίλειο της νόησης— τοποθετεί απείρως πιο ψηλά το βασίλειο των Ιδεών, το βασίλειο της νόησης, το βασίλειο της αλήθειας, των νοητών δηλαδή οντοτήτων.

Έτσι που σας το παρουσίασα, ίσως αυτό δεν λέει πολλά. Σκεφτείτε το Ον του Παρμενίδη, για το οποίο μιλούσαμε και λέγαμε ότι ο Παρμενίδης έχει μια απόλυτη ανυποληψία για τις αισθήσεις, δεν μπορούν να μας μάθουν τίποτα, η κρίση μας γι’ αυτές αλλάζει, επομένως χρειαζόμαστε κάτι σταθερό για να κρατηθούμε, και γι’ αυτό εισάγει αυτή την έννοια, η οποία είναι καθαρό προϊόν της νόησης. Περίπου το ίδιο λέει ο Πλάτων, απλώς, στη θέση του ενός Όντος του Παρμενίδη βάζει τις πολλές Ιδέες, αλλά οι Ιδέες οι πλατωνικές είναι ακριβώς όπως το Ον του Παρμενίδη —η κάθε μία. Και ταυτοχρόνως, δεν θέλει ο Πλάτων να πει ότι η αίσθηση, τα αισθητά, το βίωμα δεν έχουν καμία σημασία —ο Παρμενίδης θα έλεγε ότι "είναι ψεύτικο εντελώς, ξέχασέ το και σβήσ' το". Ο Πλάτων αμφιταλαντεύεται, έχουν μία σημασία τα αισθητά, υπάρχουν, δεν λέει πουθενά ότι είναι ανύπαρκτα, αλλά δεν μπορούν να μας δώσουν την αλήθεια, μας δίνουν μόνο τη δόξα, όπως λέει, δηλαδή τη γνώμη, μια σχετική αλήθεια ανάμεσα, αν θέλετε, στο ψέμα και στην αλήθεια, στην οποία δεν μπορεί κάποιος να στηριχθεί για να κάνει φιλοσοφία. Άρα, ο Πλάτων "διχάζει", κατά κάποιο τρόπο, την πραγματικότητα σε δύο επίπεδα: ένα κατώτερο των αισθητών και ένα ανώτερο των Ιδεών και δίνει την πρωτοκαθεδρία στις Ιδέες. Κατά τα λεγόμενά του, τα αισθητά δεν είναι αποκομμένα εντελώς από τις Ιδέες, έχουν μια σχέση μαζί τους, αλλά σχέση υπόταξης. Χρησιμοποιεί δύο μεταφορές για να δείξει αυτή τη σχέση αισθητών και νοητών: τα αισθητά, λέει ο Πλάτωνας, μετέχουν στις Ιδέες ή αλλού, τα αισθητά μιμούνται τις Ιδέες.

Για να γίνει λίγο αυτό κατανοητό, πάρτε μια πρόταση της καθημερινής γλώσσας: για παράδειγμα, "ο Σωκράτης είναι δίκαιος". Με μια τέτοιου είδους πρόταση, που εκφράζει μια σκέψη για τον Σωκράτη, αποδίδω μια ιδιότητα, ένα κατηγόρημα γλωσσικό, ένα επίθετο αν θέλετε, το "δίκαιος" σ’ ένα υποκείμενο, που είναι μία ατομική οντότητα. Ο Σωκράτης είναι κάτι το ατομικό, είναι ο μοναδικός Σωκράτης με όλα του τα χαρακτηριστικά, το "δίκαιος" όμως που του αποδίδουμε δεν είναι κάτι ατομικό. Το μοιράζεται πιθανότατα ο Σωκράτης με τον Περικλή, με τον Θεμιστοκλή, με τον Αριστείδη, με άλλους, άρα είναι κάτι που τον ενώνει με τους άλλους. Φιλοσοφικά, θα λέγαμε, το ένα είναι καθολικό, καθολική έννοια το δίκαιο και το άλλο είναι ατομική οντότητα, ο Σωκράτης.

Αυτό που θα μπορούσαμε να πούμε ότι λέει ο Πλάτων, λοιπόν, είναι ότι η πραγματικότητα αποτελείται από ‘’Σωκράτηδες’’ αφενός, δηλαδή ατομικές οντότητες —εγώ, εσείς, τα αντικείμενα, τα τραπέζια, οι πόλεις, όλα τα σχετικά— και καθολικές έννοιες, οι οποίες δεν υπάρχουν αν ανοίξουμε τα μάτια μας. Δεν μπορούμε να συλλάβουμε "τον δίκαιο" —δεν υπάρχει κάπου. Για να συλλάβουμε "τον δίκαιο" πρέπει να δουλέψει η νόησή μας και να πάμε, λοιπόν, σ’ ένα δεύτερο επίπεδο —όχι το επίπεδο της αισθητηριακής πραγματικότητας, της αίσθησης— αλλά στηριζόμενοι στις νοητικές μας δυνάμεις να καταλάβουμε τι σημαίνει όταν αποδίδουμε τον χαρακτηρισμό "δίκαιος" στον Σωκράτη. Με πλατωνική ορολογία, θα λέγαμε ότι ο Σωκράτης, για τον Πλάτωνα, μετέχει στην Ιδέα της δικαιοσύνης, αλλά η Ιδέα της δικαιοσύνης, το δίκαιο δηλαδή —αυτό που εκφράζεται με το οριστικό άρθρο και το ουδέτερο ενός επιθέτου, το αγαθό, το δίκαιο, το όσιο κλπ.— είναι μια Ιδέα, λέει ο Πλάτων. Δηλαδή είναι κάτι ξεχωριστό, αυθύπαρκτο, με μία έννοια και κανένας Σωκράτης να μην υπήρχε ή κανένας Σωκράτης να μην ήταν δίκαιος, ο Πλάτων θα έλεγε ότι η Ιδέα της δικαιοσύνης εξακολουθεί να μην επηρεάζεται καθόλου: υπάρχει από μόνη της και δεν έχει άμεση υπόταξη, σχέση, δεν εξαρτάται από τον κόσμο των αισθητών. Άρα υπάρχουν, λοιπόν, ατομικές οντότητες, αισθητές οντότητες (τον Σωκράτη τον βλέπουμε, μιλάμε με αυτόν, επηρεαζόμαστε πιθανόν από τη ζωή του) και δικαιοσύνες: Ιδέες δηλαδή, οι οποίες είναι κάπου αλλού.

Η μίμηση τώρα είναι πιο περίεργη έννοια· τι σημαίνει ότι ο Σωκράτης μιμείται την Ιδέα της δικαιοσύνης; Σημαίνει ότι υπάρχει ένα υπόδειγμα, αυτό που ορίζει η Ιδέα της δικαιοσύνης —τι είναι δικαιοσύνη δηλαδή— το οποίο όπως κάθε υπόδειγμα ή καθορισμός, έχουν μια σταθερότητα και αυτοδυναμία, με την οποία προσπαθεί ο Σωκράτης να έρθει σε επαφή. Φιλοσοφικά, αν θέλετε, δεν πολυστέκει η έννοια της μίμησης, αλλά είναι καθοριστική του πλατωνισμού σαν προσέγγιση της πραγματικότητας. Ο Πλάτωνας δεν ήθελε απλώς να πει ότι υπάρχει ένα καθολικό επίπεδο νοητό και ένα αισθητό, τα οποία έχουν μια απλή σχέση. Ήθελε να πει κάτι περισσότερο: ότι ο πραγματικός μας κόσμος πρέπει να καθορίζεται από τον κόσμο των Ιδεών.

Αφήστε τον Σωκράτη και πάρτε την αθηναϊκή πολιτεία: εάν πείτε ότι το πολίτευμα των Αθηναίων είναι δίκαιο ή μετέχει στην έννοια της δικαιοσύνης ή μιμείται τη δικαιοσύνη, είναι σαν να έχεις ένα πρότυπο, το τι είναι δίκαιη πολιτεία και να προσπαθείς να βλέπεις πόσο απέχει η πραγματικότητα από αυτό το πρότυπο· έτσι μπορείς να κάνεις κριτική στην αθηναϊκή έννοια της δικαιοσύνης και να πεις: είναι πάρα πολύ μακριά από την ιδεατή, άρα το πολίτευμα των Αθηναίων είναι άδικο, ή μπορείς να πεις ότι το πολίτευμα της Σπάρτης —που είναι πιο κοντά στο όπως ορίζω εγώ τη δικαιοσύνη— είναι καλύτερο πολίτευμα από το πολίτευμα της Αθήνας, αλλιώς δεν μπορείς να το πεις. Αν αφήσεις μόνο το καθολικό με το μερικό και δεν βάζεις αυτή την υπόταξη, με την έννοια του "μιμούμαι", δεν μπορώ να κάνω κριτική.

Αυτό σας έλεγα, λοιπόν, πριν, ότι ο Πλάτων δεν είναι στοχαστής του άλλου κόσμου· θέλει να υιοθετήσει και να προτείνει ένα σύστημα αξιών, με το οποίο μπορεί να κρίνει την πραγματικότητα. Όταν γράφει, λοιπόν, την Πολιτεία, την οποία όλοι ξέρουμε σαν έργο, όπου προσπαθεί να οικοδομήσει μια ιδανική πολιτεία, που δεν υπάρχει στην πραγματικότητα, που έχει τρεις τάξεις, όπως μας λέει, όπου διοικούν οι σοφοί και όπου υποτάσσονται οι τεχνίτες, οι γεωργοί και οι πολεμιστές σε αυτούς. Όταν λοιπόν οικοδομεί αυτό το πρότυπο, δεν το θέλει απλώς για να πει τι πιστεύει· θέλει να πει, ότι με βάση αυτό το πρότυπο, η Αθήνα της εποχής μου είναι πάρα πολύ κακή πολιτεία. Άρα, μπορώ να έχω ένα κριτήριο για να κρίνω την πραγματικότητα. Γι’ αυτό επιμένω ότι, ακόμα και στην καθαρότερή της μορφή, η θεωρία των Ιδεών είναι προσανατολισμένη στην πραγματικότητα και όχι σ’ έναν άλλον κόσμο.

Άλλωστε σε μια μεταφορά, που ίσως όλοι την ξέρετε, την περίφημη μεταφορά του Σπηλαίου, ο φιλόσοφος που στην αρχή είναι εθισμένος στις σκιές και κάποια στιγμή καταφέρνει —με βοήθεια βέβαια— να βγει έξω από το σπήλαιο και να αντικρίσει τον ήλιο, να φωτιστεί (ο ήλιος είναι ιδέες, ας πούμε, και το αγαθό, για το οποίο θα μιλήσουμε στη συνέχεια), δεν επαναπαύεται στην τύχη που είχε να αντικρίσει τη θεότητα ή το καλό ή το ωραίο ή τις Ιδέες αλλά επανέρχεται. Ξαναγυρίζει στη σπηλιά, λέει ο Πλάτωνας, και εκεί θα έχει τη μοίρα του Σωκράτη περίπου —θα τον διασύρουν, πιθανόν να τον σκοτώσουν κλπ. Αυτή η αίσθηση, αυτή η ιδέα ότι ο φιλόσοφος ο φωτισμένος ξαναγυρίζει πίσω, είναι άλλος τρόπος για να πει με τη γλώσσα του μύθου —ακριβώς που χρησιμοποιεί τέλεια ο Πλάτωνας— ότι η φιλοσοφία είναι και δρώσα δύναμη στην κοινωνία, δεν είναι καθαρή γνώση. Είναι γνώση για να μπορούμε να αλλάξουμε την κοινωνία. Γι’ αυτό λοιπόν, θα ξαναβάλει τον φιλόσοφο πίσω —περίπου όπως θεωρεί ότι έκανε ο Σωκράτης, με τη λογική βέβαια την πλατωνική— με κίνδυνο ακόμα και της ζωής του, διότι η γνώση για τη γνώση δεν έχει σημασία για τον Πλάτωνα.

Από τις παραδόσεις του καθηγητή Βασίλη Κάλφα στο μάθημα της διαδικτυακής πλατφόρμας Mathesis Αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία: Από τον Θαλή στον Αριστοτέλη (απομαγνητοφώνηση Areti07 / αντιπαραβολή Rico)

Δεν υπάρχουν σχόλια: