| Raffaello Sanzio da Urbino ή πιο απλά Ραφαήλ, Η Σχολή των Αθηνών (πηγή: Wikimedia Commons) |
Κεφάλαιο 41
|
Αρχαίο κείμενο |
Μετάφραση |
|
Ξυνελών τε λέγω |
Μὲ μιὰ λέξη, τολμῶ νὰ τὸ πῶ, |
|
τήν τε πᾶσαν πόλιν τῆς ῾Ελλάδος παίδευσιν εἶναι |
ἡ Ἀθήνα εἶναι ὁ δάσκαλος τῶν Ἑλλήνων |
|
καὶ καθ' ἕκαστον δοκεῖν ἄν μοι τὸν αὐτὸν ἄνδρα παρ' ἡμῶν εὐτραπέλως καὶ μετὰ χαρίτων |
καὶ νομίζω πὼς ὁ κάθε μας πολίτης θὰ μποροῦσε, μὲ τὴν μεγαλύτερη εὐκολὶα καὶ χάρη, |
|
ἐπὶ πλεῖστ' ἂν εἴδη μάλιστ' ἂν τὸ σῶμα αὔταρκες παρέχεσθαι. |
πολλὰ καὶ ἄξια ἔργα νὰ κάνη σὲ πολλὲς ἐκδηλώσεις τῆς ζωῆς. |
|
καὶ ὡς οὐ λόγων ἐν τῷ παρόντι κόμπος τάδε μᾶλλον |
Ὅτι αὐτὸ ποὺ λέω δὲν εἶναι ρητορικὸς κομπασμός, |
|
ἢ ἔργων ἐστὶν ἀλήθεια, |
ἀλλὰ ἡ ἀλήθεια ἡ πραγματική, |
|
αὐτὴ ἡ δύναμις τῆς πόλεως, ἣν ἀπὸ τῶνδε τῶν τρόπων ἐκτησάμεθα, σημαίνει. |
τὸ δείχνει ἡ δύναμη τῆς πολιτείας |
|
μόνη γὰρ τῶν νῦν ἀκοῆς κρείσσων ἐς πεῖραν ἔρχεται, |
πού, μόνη ἀπ' ὅλες τὶς ἄλλες πόλεις, εἶναι ἀνώτερη ὰπὸ τὴν φήμη της στὴν ὥρα τῆς δοκιμασίας, |
|
καὶ μόνη οὔτε τῷ πολεμίῳ ἐπελθόντι ἀγανάκτησιν ἔχει |
ἡ μόνη ποὺ oἱ ἐχθροὶ της, ὅταν τοὺς νικήσωμε δὲν ἀγανακτοῦν |
|
ὑφ' οἵων κακοπαθεῖ |
ἐπειδὴ κατατροπώθηκαν ἀπό ἀναξίους, |
|
οὔτε τῷ ὑπηκόῳ κατάμεμψιν ὡς οὐχ ὑπ' ἀξίων ἄρχεται. |
ἡ μόνη ποὺ οἱ σύμμαχοί της δὲν μποροῦν νὰ ποῦν ὅτι ἔχουν ἀνάξιο ἀρχηγό. |
|
μετὰ μεγάλων δὲ σημείων καὶ οὐ δή τοι ἀμάρτυρόν γε τὴν δύναμιν παρασχόμενοι |
Τὴν δύναμή μας δὲν τὴν ἀποκτήσαμε μὲ ἄσημες, ἀλλὰ μὲ λαμπρὲς πράξεις |
|
τοῖς τε νῦν καὶ τοῖς ἔπειτα θαυμασθησόμεθα, |
καὶ γι' αὐτὸ μᾶς θαυμάζουν καὶ θὰ μᾶς θαυμάζουν πάντα, |
|
καὶ οὐδὲν προσδεόμενοι οὔτε ῾Ομήρου ἐπαινέτου |
χωρὶς νὰ ἔχωμε ἀνάγκη ἀπὸ ἕναν Ὅμηρο γιὰ νὰ τραγουδήση τὶς πράξεις μας |
|
οὔτε ὅστις ἔπεσι μὲν τὸ αὐτίκα τέρψει, |
οὔτε ἀπὸ κανέναν ἄλλο ποιητὴ ποὺ θὰ μάγευε προσωρινὰ μὲ τὰ ὡραῖα του λόγια, |
|
τῶν δ' ἔργων τὴν ὑπόνοιαν ἡ ἀλήθεια βλάψει, |
ἀλλὰ θἀρχόταν ἀργότερα ἡ γνώση τῆς ἀλήθειας νὰ μᾶς ζημιώση. |
|
ἀλλὰ πᾶσαν μὲν θάλασσαν καὶ γῆν ἐσβατὸν τῇ ἡμετέρᾳ τόλμῃ καταναγκάσαντες γενέσθαι, |
Ἡ τόλμη μας ἀνάγκασε τὴν πᾶσα γῆ καὶ θάλασσα νά μᾶς ἀνοίξουνε τὸ διάβα |
|
πανταχοῦ δὲ μνημεῖα κακῶν τε κἀγαθῶν ἀίδια ξυγκατοικίσαντες. |
καὶ παντοῦ ἐστήσαμε μνημεῖα ἀθάνατα γιὰ τὰ καλὰ ἤ τὰ κακὰ ποὺ μᾶς ἔτυχαν. |
|
περὶ τοιαύτης οὖν πόλεως οἵδε τε γενναίως δικαιοῦντες μὴ ἀφαιρεθῆναι αὐτὴν μαχόμενοι ἐτελεύτησαν, |
Γιὰ μιὰ τέτοια πατρίδα καὶ γιὰ νὰ μὴν τοὺς τὴν στερήσουν, οἱ γενναῖοι αὐτοὶ σκοτώθηκαν στὴ μάχη, |
|
καὶ τῶν λειπομένων πάντα τινὰ εἰκὸς ἐθέλειν ὑπὲρ αὐτῆς κάμνειν. |
καὶ, ὅσοι ζοῦμε, φυσικὸ εἶναι νὰ εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ ὑποστοῦμε ὁ,τιδήποτε γιὰ χάρη της. |
Μετάφραση Άγγελου Βλάχου από το βιβλίο Θουκυδίδη Περικλέους Επιτάφιος, Γ΄ Γενικού Λυκείου, ΥΠΑΙΘ, ΙΤΥΕ Διόφαντος