Δευτέρα 13 Ιουλίου 2020

Μανέτας Γιάννης, Η ζωή στο μέλλον








Το μέλλον είναι… αόρατον, ωστόσο αυτός δεν είναι λόγος να μην προβαίνουμε σε εύλογες εικασίες.

































Η ανθρώπινη παρέμβαση στα βιολογικά και περιβαλλοντικά πράγματα του πλανήτη είναι καθοριστική…













… τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα.





















Τόσο οι ανθρωπογενείς όσο και οι φυσικές αλλαγές δεν θα επηρεάσουν με όμοιο τρόπο όλους τους οργανισμούς.











Το αόρατο μέλλον της ζωής σχετίζεται με το δεδομένο παρελθόν και το συγκεκριμένο παρόν.








Τα κυανοβακτήρια, τα φυτά ή οι δεινόσαυροι, όταν άλλαζαν τον κόσμο δεν είχαν συνείδηση των συνεπειών…










… πράγμα που δεν ισχύει για τον άνθρωπο.



































Η ζωή καθεαυτή και ως σύνολο, ενδεχομένως και ο άνθρωπος ως βιολογικό είδος, δεν κινδυνεύουν, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα.
Δεν μπορούμε  να πούμε το ίδιο για την ανθρωπότητα και τον πολιτισμό.






Μήπως όμως δεν είμαστε τόσο κακοί όσο νομίζουμε;














Εισαγωγή στο άμεσο μέλλον

Η ωριμότητα κάθε επιστήμης καθορίζεται από την ικανότητά της να κάνει επιτυχείς προβλέψεις. Από την άποψη αυτή, η βιολογία έχει ένα φυσικό μειονέκτημα: η εξέλιξη, σε  μεγάλο βαθμό, τροφο­δοτείται από τις μεταλλάξεις και άλλες γενετικές παρεκκλίσεις, δηλαδή τυχαίες και απρόβλεπτες αλλαγές στο γενετικό υλικό. Ωστόσο, οι αλλαγές που προκύπτουν δοκιμάζονται από τη φυσική επιλογή, δηλαδή το περιβάλλον, το οποίο τελικά παγιώνει εκείνους τους χαρακτήρες που προσφέρουν στους οργανισμούς προσαρμο­στικά πλεονεκτήματα. Από την άλλη πλευρά, οι μεταλλάξεις δεν καταργούν την ιστορία. Τροποποιούν ήδη υπάρχουσες δομές και λειτουργίες, καμιά φορά με τρόπο δραστικό και καινοτόμο, χωρίς όμως να μεταβάλλουν άρδην ότι έχει ήδη εξελικτικά παγιωθεί. Στα τετράποδα ζώα, παραδείγματος χάριν, τα άκρα μπορεί να υποχωρήσουν προς μικρά πτερύγια ή να αναπτυχθούν προς τεράστια φτερά, να διαφοροποιηθούν σε αρπαγές, οπλές, γάντζους ή κουπιά, να προσαρμοστούν για τρέξιμο, κολύμπι, ολίσθηση ή πτήση, να εξυπηρετήσουν την κρούση, τη σύλληψη ή την αγκαλιά. Μπορεί τα επιμέρους οστά των άκρων στα τετράποδα να άλλαξαν μέγεθος ή σχήμα, όμως τα τελευταία 500 εκατομμύρια χρόνια, η βασική δο­μή και ο αριθμός τους παρέμειναν αναλλοίωτα. Αν λοιπόν δεχτούμε ότι η ζωή έχει μέχρι σήμερα αποδειχτεί ικανότατη να επινοεί διά­φορες λύσεις, να απαντά, αργά ή γρήγορα, με επιτυχία στις περιβαλλοντικές προκλήσεις, το πρόβλημα ανάγεται στο κατά πόσον οι μεταβολές στο περιβάλλον είναι προβλέψιμες. Δυστυχώς, και εδώ, η αβεβαιότητα είναι μεγάλη. Οι αλλαγές του φυσικού περι­βάλλοντος ασφαλώς και δεν έχουν τυχαία αφετηρία, όπως οι με­ταλλάξεις. Εντούτοις, οι παράμετροι που καθορίζουν την πορεία των γεγονότων στον πλανήτη είναι τόσο πολλές, περίπλοκες και αλληλοεξαρτώμενες, που δυσχεραίνουν σημαντικά τις προβλέψεις. Στην ήδη αυξημένη αβεβαιότητα έρχεται να προστεθεί και το πιο πρόσφατο φαινόμενο στην ιστορία της ζωής: η έλευση του ανθρώ­πινου είδους, που φαίνεται πως κρατά τα κλειδιά για το μέλλον της ζωής. Για να είμαστε ακριβείς, όχι της ζωής ως συνόλου ή διαδικασίας, αλλά κυρίως της δικής του ζωής και αυτής των οργανισμών που επηρεάζονται καίρια από τις δραστηριότητές του.

Όλοι οι οργανισμοί, από τη γιγάντια σεκόγια έως τον συμπαθή κάστορα και το μικρότερο βακτήριο, τροποποιούν το περιβάλλον τους με τρόπο που εκ πρώτης όψεως μοιάζει να τείνει προς ένα τέλος και έναν σκοπό: τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής τους, των ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων έναντι των γειτόνων τους και, τελικά, το καλύτερο πλασάρισμα των απογόνων τους στην επόμενη γενιά. Οι οργανισμοί δεν ζουν απλώς σε ένα ενδιαίτημα που ταιριάζει καλύτερα με τον χαρακτήρα τους, αλλά φαίνεται και ότι φέρνουν το περιβάλλον αυτό στα μέτρα τους. Φτάνοντας όμως σε αυτό το σημείο του βιβλίου, γνωρίζουμε ήδη ότι μια τέτοια, τελεολογική προσέγγιση των πραγμάτων είναι παραπλανητική. Η ικανότητα των οργανισμών να λειτουργούν ως μηχανικοί του περιβάλλοντος προέκυψε όχι από κάποιον ευφυή σχεδιασμό, αλλά από τη μακρόχρονη εξελικτική διαδικασία, που διάλεξε (πριν από αυτούς και, σε μία απλοϊκότερη ανάλυση, για αυτούς) εκείνα τα χαρακτηριστικά που τους κάνουν ανταγωνιστικότερους. Κατόπιν ενσωμάτωσε τη συνταγή για την έκφραση των χαρακτηριστικών αυτών στο γενετικό υλικό τους. Ο άνθρωπος ωστόσο, προικισμέ­νος με ιδιαίτερη νοημοσύνη, είναι το πρώτο ον στον πλανήτη, που απέκτησε την ικανότητα να τροποποιεί το περιβάλλον σκόπιμα, εν πολλοίς συνειδητά, και βάσει σχεδίου. Συνάμα, είναι εκείνο το βιολογικό είδος με πραγματικά παγκόσμια εξάπλωση, οπότε η επίδρασή του δεν είναι τοπικά περιορισμένη, όπως η λιμνούλα του κάστορα, το δάσος της σεκόγιας ή το διάκενο του εδάφους που κα­ταλαμβάνεται από μια αποικία μικροβίων. Οι συνέπειες των επεμ­βάσεων του ανθρώπου είναι πλανητικές. Μετατρέποντας μέρος του ρυακιού σε λιμνούλα, ο κάστορας απωθεί τους οργανισμούς που απαιτούν τρεχούμενα νερά και προσελκύει αυτούς που προτιμούν τα στάσιμα. Η τροποποίηση που επιφέρει είναι τοπική, ήπια και διαχειρίσιμη. Δεν συμβαίνει το ίδιο με την αλλαγή της ροής ολόκληρων ποταμών, την κατασκευή πυκνών οδικών δικτύων, τη μαζική μετατροπή του δάσους σε καλλιέργεια (συνήθως σε μονοκαλλιέργεια) ή σε αστικό χώρο. δεν συμβαίνει το ίδιο με την κλιματική αλλαγή, που είναι παγκόσμια. Σήμερα, ένα και μόνο βιολογικό είδος έχει καταστεί κυρίαρχη δύναμη επιλογής, αποφασίζοντας ποιες μορφές ζωής θα ευνοηθούν, ποιες απλώς θα επιβιώσουν και ποιες θα εξαφανιστούν. Το σιτάρι κι η αγελάδα δεν θα μπορούσαν να διαθέτουν σήμερα αυτούς τους δυσανάλογα μεγάλους, με βάση τις γενετικές τους ιδιότητες, πληθυσμούς, αν δεν είχαν επιλεγεί ως τροφή και εξημερωθεί από τον άνθρωπο. Τα μεγάλα άγρια θηλαστικά δεν θα κινδύνευαν με ολική εξαφάνιση, αν ο βιότοπός τους δεν είχε πολλαπλώς κατακερματιστεί για να καλυφθούν ανθρώπι­νες ανάγκες.

Ωστόσο, παρότι η ανθρώπινη δραστηριότητα έχει γίνει πλέον ισχυρή δύναμη επιλογής, οι συνέπειες της έχουν κάποια όρια και δεν πρέπει να υπερεκτιμώνται. Ο άνθρωπος είναι όντως ένας ισχυρός παίκτης, ωστόσο δεν ελέγχει πλήρως το παιχνίδι. Μακρο­πρόθεσμα, δεν το ελέγχει καθόλου. Συζητώντας σε προηγούμενα κεφάλαια την εξέλιξη της ζωής και της Γης είδαμε ότι η ιστορία τους πολλές φορές σημαδεύτηκε από φυσικές και πλανητικές δι­εργασίες, μπροστά στις οποίες η ισχύς της ανθρώπινης τεχνολογίας, σημερινής ή μελλοντικής, είναι εντελώς μηδαμινή και άνευ σημασίας. Με λίγα λόγια, ναι, η ανθρωπότητα θα καθορίσει τη βραχυπρόθεσμη κατάσταση των βιολογικών πραγμάτων, πώς θα εξελιχθούν οι οργανισμοί, οι περιβαλλοντικοί πόροι, το κλίμα και τα οικοσυστήματα μέσα στους επόμενους ελάχιστους αιώνες. Ίσως και τη μεσοπρόθεσμη, μέσα στις επόμενες χιλιετίες, αν η ανθρωπότητα δεν αυτοκαταστραφεί εν τω μεταξύ από μόνη της, χωρίς δηλαδή την παρέμβαση κάποιας εξωτερικής δύναμης. Άνευ δηλαδή απροόπτου, το οποίο πάντοτε καραδοκεί, όπως μας διδάσκει η ιστορία. Μεσο-μακροπρόθεσμα όμως, σε δεκάδες ή εκατο­ντάδες χιλιάδες χρόνια, η διαχείριση των πραγμάτων θα αρχίσει να ξεφεύγει από τη δυνατότητα και τη δικαιοδοσία ακόμη και του πιο ευφυούς και προηγμένου τεχνολογικού πολιτισμού. Ποια τε­χνολογία θα μπορούσε να αποτρέψει την έλευση της επόμενης πα­γετώδους περιόδου; Στο σημείο αυτό να τονίσουμε και πάλι ότι με βάση την ιστορία της ζωής, οι διάφορες μορφές της επηρεάζο­νται με διαφορετικό τρόπο από τις κλιματικές και άλλες αλλαγές, είτε αυτές είναι ήπιες είτε είναι σφοδρές. Περισσότερο ευάλωτοι και εκτεθειμένοι είναι οι μορφολογικά περίπλοκοι, ογκώδεις και εξειδικευμένοι οργανισμοί. Η απειλούμενη ανθρωπογενής κλιματική αλλαγή, ακόμη και με το χειρότερο σενάριο της αύξησης της θερμοκρασίας κατά 4 βαθμούς μέσα στα επόμενα 50 χρόνια, άλλη επίδραση θα έχει στην επιβίωση του γεωσκώληκα και άλλη στο παγκόσμιο εμπόριο και στις τιμές των σιτηρών.

Όσον αφορά λοιπόν τους διαφόρους οργανισμούς, δεν ισχύει ολόκληρο το απόφθεγμα «κοινή γαρ η τύχη και το μέλλον αόρατον». αλλά μόνο το δεύτερο μέρος του. Αναγκαστικά λοιπόν, θα εξετάσουμε ξεχωριστά το μέλλον της ζωής και το μέλλον της ανθρωπό­τητας, τονίζοντας όμως πόσο το ένα επηρεάζει το άλλο.

Στο χρονικό της εξέλιξης, που περιγράφηκε στο κεφάλαιο «Μια πολύ σύντομη ιστορία της ζωής στον πλανήτη Γη», είδαμε ότι η αβεβαιότητα των γεγονότων, τόσο ως προς τον χρόνο όσο και ως προς τις γενεσιουργές αιτίες, αυξάνεται όσο πηγαίνουμε προς τα πίσω. Προφανώς, τα ευρήματα που μας οδηγούν στην ανασύσταση της ιστορίας γίνονται όλο και σπανιότερα, αλλοιώνο­νται όλο και περισσότερο από τον χρόνο, γίνονται αχνά και δυσδι­άκριτα, μέχρι που εξαφανίζονται εντελώς. Τότε επιστρατεύουμε εικασίες και ευλογοφανείς υποθέσεις. Νοητικά παιχνίδια, μια και δεν υπάρχουν υλικά ευρήματα να τα υποστηρίξουν. Τα πράγμα­τα είναι ακόμη πιο αβέβαια για το μέλλον, έστω κι αν τα σημάδια του βρίσκονται τόσο στο παρόν όσο και στην ιστορία. Εδώ μόνο εικασίες μπορούμε να κάνουμε, κι αυτές με δυσκολία, εξαιτίας του πλήθους των εμπλεκόμενων μεταβλητών παραγόντων και της πολυπλοκότητας των αλληλεπιδράσεών τους. Ευτυχώς όμως, τα τελευταία χρόνια, με τη χρήση υπολογιστών, εξισώσεων και μοντέλων, έχουμε τη δυνατότητα να πατήσουμε στα σχετικά αβέβαια γεγονότα του παρελθόντος και, δια μέσου του παρόντος, να ταξι­δέψουμε στο μέλλον. Να κάνουμε νοητικά πειράματα επί χάρτου. Και αυτό όμως το εικαζόμενο μέλλον εξακολουθεί να είναι άδηλο. Όσο και αν οι ισχυροί υπολογιστές εξασφαλίζουν τη μαθηματική ορθότητα της προσέγγισης, τα συμπεράσματα εξαρτώνται από το πόσο ορθά έχουμε αντιληφθεί τους νόμους της φύσης και με πό­ση ακρίβεια έχουμε σταθμίσει την έκταση των αλληλεπιδράσεων. Μπορεί να εκληφθεί ως ευφυολόγημα, ωστόσο φαίνεται να ξεκι­νάμε τους υπολογισμούς και τις προσομοιώσεις από μια αφετηρία που λίγο απέχει από το απόφθεγμα «γνωρίζουμε το ένα χιλιοστό του ενός εκατοστού όσων η φύση μας επιτρέπει να αντιληφθούμε». Άλλωστε, αυτό δεν το είπε κάποιος τυχαίος αλλά ο Albert Einstein. Από την άλλη, μπορεί η πρόβλεψη του μέλλοντος με βάση τις σημερινές γνώσεις, τη λογική και τα μαθηματικά μοντέλα να φαίνεται σαν μια προχωρημένη μορφή μαντείας, ωστόσο είναι το μόνο και το επιστημονικότερο εργαλείο που διαθέτουμε.

Στην προσπάθεια να θέσουμε τους φυσικούς και βιολογικούς όρους για το μέλλον της ζωής και της ανθρωπότητας, πρέπει να έχουμε υπόψη μας και κάτι ακόμη. Ο άνθρωπος δεν είναι το πρώ­το βιολογικό είδος που κατέστη τόσο σημαντική δύναμη επιλογής για τα άλλα είδη. Έχει ξανασυμβεί στο παρελθόν. Τα κυανοβακτή­ρια, ως παράδειγμα, αναπτύσσοντας την οξυγονική φωτοσύνθεση πριν από 3,5 δισεκατομμύρια χρόνια σημάδεψαν την ιστορία της Γης και της ζωής, μετατρέποντας την ατμόσφαιρα από ουδέτερη σε οξειδωτική. Άλλαξαν τη ροή των γεγονότων, οδήγησαν σε μαζικές εξαφανίσεις εκείνα τα μικρόβια που δεν κατάφεραν να αντιμετωπίσουν την οξειδωτική πρόκληση, και κατεύθυναν τη ζωή σε νέα μεταβολικά μονοπάτια. Η ειδοποιός διαφορά είναι ότι τότε το συγκεκριμένο εξελικτικό επεισόδιο είχε όντως τον χαρακτήρα του αυτόματου και μη συνειδητού. Τα κυανοβακτήρια δεν αντι­λαμβάνονταν τις συνέπειες της πλανητικής επίδρασης των αλλα­γών που επέφερε η δραστηριότητά τους. Το ίδιο θα μπορούσαμε να πούμε και για την υπερβολική επέκταση των δασών και την υπέρμετρη φωτοσύνθεση κατά το Λιθανθρακοφόρο, που αύξησε το οξυγόνο της ατμόσφαιρας στο 30% και οδήγησε στις μαζικές και καταστροφικές παγκόσμιες πυρκαγιές. Ή για τις βιολογικές συνέπειες της κυριαρχίας των ερπετών κατά τον Μεσοζωικό Αιώ­να, που χάθηκαν από την τυχαία επίσκεψη του αστεροειδούς. Σε εκείνα τα μείζονα εξελικτικά επεισόδια, οι εμπλεκόμενοι και κυρίαρχοι οργανισμοί δεν είχαν τη νοητική ικανότητα να αντιληφθούν την πορεία των πραγμάτων, που ήταν εν πολλοίς νομοτελειακή. Το προνόμιο και, συγχρόνως, το δράμα του ανθρώπου είναι ότι ο ανεπτυγμένος εγκέφαλος και η νέου τύπου νοημοσύνη του του επιτρέπουν να συνειδητοποιεί τις συνέπειες της δραστηριότητας του. Η επιστήμη και η τεχνολογία έχουν δώσει στον άνθρωπο τα εφόδια για να εκμεταλλευτεί, και ως έναν βαθμό να ελέγξει και να υποτάξει, την έμβια και άβια ύλη, επ' ωφελεία του. Μέχρι τώρα, το οικονομικό όφελος για το είδος μας είναι ολοφάνερο, αν και δεν κατανέμεται ομοιόμορφα, δεδομένου ότι οι κυρίαρχες τά­ξεις απολαμβάνουν τη μερίδα του λέοντος. Ο άνθρωπος είναι από τους λίγους οργανισμούς στον πλανήτη που αυξάνει συνεχώς τον πληθυσμό τον και σε τέτοιον βαθμό. Είναι επίσης ο μόνος οργανισμός που έχει καταφέρει να απαλλαγεί, εν μέρει, από την αποφασιστική και οχληρή ετυμηγορία της φυσικής επιλογής. Η τεχνολογία του επιτρέπει να μην είναι πλέον έρμαιο της ζέστης και του κρύου, και η επιστήμη έχει βρει τρόπους να κάνει την τροφή επαρκή για όλους, έστω και αν η κοινωνία αρνείται ακόμη να την κατανείμει ομοιόμορφα. Επιπλέον, η επιστήμη, κυρίως με τη βελτίωση της υγιεινής και της ιατρικής περίθαλψης, σχεδόν εκμηδένισε την παιδική θνησιμότητα και αύξησε το προσδόκιμο επιβίωσης, όσο και αν η δυνατότητα πλήρους πρόσβασης σε αυτά τα αγαθά δεν αφορά όλη την ανθρωπότητα και όλες τις κοινωνικές τάζεις. Συγχρόνως όμως, η επιστήμη βοηθά τον άνθρωπο να αντιληφθεί και το μέγεθος της πλανητικής επίδρασης των ενεργειών του. Της παγκόσμιας κλιματικής αλλαγής, της κατασπατάλησης των πόρων, του κατα­κερματισμού και της καταστροφής των φυσικών οικοσυστημάτων, της ερημοποίησης, της μαζικής εξαφάνισης οργανισμών που φαί­νεται να συντελείται στις μέρες μας. Τον προειδοποιεί επίσης ότι οι παγκόσμιες αυτές μεταβολές μπορεί να μην γίνονται ιδιαίτερα αντιληπτές μέσα στη διάρκεια της σύντομης ζωής μας, είναι ωστό­σο εμφανείς αν τις αναγάγουμε στον χρόνο μερικών μόνο γενεών, πόσω μάλιστα αν τις τοποθετήσουμε μέσα στον γεωλογικό χρόνο. Στη συνέχεια, η επιστήμη υποδεικνύει στον άνθρωπο ότι οι δυνατότητες του συστήματος να αυτορρυθμίζεται μπορεί να φαίνονται μεγάλες ή έστω επαρκείς, ωστόσο κανείς δεν γνωρίζει πότε το σύ­στημα θα απορρυθμιστεί τόσο, ώστε τα φαινόμενα να γίνουν ανεξέλεγκτα. Τέλος, η επιστήμη της ιστορίας της ζωής μάς γνωστοποιεί ότι οι επιπτώσεις των μεγάλων φυσικών και κλιματικών αλλαγών επηρεάζουν περισσότερο τους πιο περίπλοκους και εξειδικευμέ­νους οργανισμούς, και ιδιαίτερα εκείνους που έχουν τις μεγαλύτε­ρες απαιτήσεις σε περιβαλλοντικούς πόρους. Τους άπληστους.

Στη Γη έχουν επισήμως καταγραφεί πάνω από 1,5 εκατομμύρια είδη ζώων. Εικάζεται ότι είναι πολύ περισσότερα εκείνα που δεν έχουμε ακόμη ανακαλύψει. Στα καταγραμμένα ανήκουν περίπου 65.000 σπονδυλωτά (ψάρια, αμφίβια, ερπετά, πτηνά, θηλαστικά). Ένα μόνο από αυτά, ο Homo sapiens, καταναλώνει το 40% της πρωτογενούς παραγωγής.

Η ζωή ως σύνολο, ό,τι και να γίνει, θα επιβιώνει, όσο ο Ήλιος θα συνεχίζει να φωτίζει και όσο η Γη θα κινείται στη φιλόξενη περιοχή, μέχρι το τέλος, που θα έρθει ίσως μετά από 3-5 δισεκατομμύρια χρόνια. Το ερώτημα είναι αν η νοήμων ανθρωπότητα, με τις ση­μερινές κοινωνικές και οικονομικές δομές και τη σημερινή πορεία, θα εξακολουθήσει, και για πόσο, να υπάρχει. Όχι τόσο ο άνθρωπος ως βιολογικό είδος. Αυτός πιθανόν να καταφέρει να διασωθεί, επι­λέγοντας ίσως μια διαφορετική κοινωνική και οικονομική οργάνω­ση. Το πρόβλημα αφορά την ανθρωπότητα ως τρέχουσα κοινωνική και πολιτισμική δομή. Η απάντηση δεν είναι τόσο βιολογική, όσο πολιτική. Και σε μεγάλο βαθμό σχετίζεται με την προθυμία ή την αδυναμία του ανθρώπου να υποταχτεί στη φυσική νομοτέλεια. Να τιθασεύσει την αλόγιστη σπατάλη. Να ανατροφοδοτηθεί από τη φύση και να αφουγκραστεί με ωριμότητα την επιστήμη. Όχι εκείνη την επιστήμη που υπόσχεται με έπαρση ότι θα λύσει όλα τα προβλήματα, που δήθεν θα μας κάνει αθάνατους και εσαεί υγιείς, που τάχα θα μας μεταφέρει σε άλλους κόσμους, όταν η κατάσταση φτάσει στο απροχώρητο. Όχι εκείνη που μας αποκοιμίζει με παρα­πλανητικές διαβεβαιώσεις απεριόριστης καταναλωτικής ευφορίας. Όχι την επιστήμη των αγορών. Αλλά εκείνη που έχει αρχίσει να χτυπάει το καμπανάκι της επαπειλούμενης μεσοπρόθεσμης κα­τάρρευσης του Παραδείσου στον οποίο έχουμε το προνόμιο να κατοικούμε. Αν η υπόθεση της Σπάνιας Γης είναι ορθή, ίσως το σπίτι μας να είναι ο μοναδικός Παράδεισος στον Γαλαξία.

Ο σφετερισμός, η απληστία, ο ανταγωνισμός και η επιθετικότητα βρίσκονται, μερικές φορές ενστικτωδώς, στο συμπεριφοριστικό ρεπερτόριο κάποιων ειδών. Δεν πρόκειται για κανόνα, όπως προσπαθεί να μας πείσει μια απλοϊκή και παραπλανητική προσέγ­γιση του δαρβινικού αγώνα για την επιβίωση. Αντίθετα, διάχυτη εί­ναι η πεποίθηση ότι στις κοινωνίες των ζώων, ιδιαίτερα σε αυτές των άμεσων προγόνων μας, η επιθετική και άπληστη συμπεριφο­ρά καταστέλλεται από εξίσου έμφυτες συμφιλιωτικές τάσεις προς το έμβιο και άβιο περιβάλλον. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι η βάση των αλτρουιστικών τάσεων δεν είναι τόσο αθώα, αλλά στηρίζεται σ’ έναν υποσυνείδητο υπολογισμό του κέρδους και της ζημιάς που αποφέρει το κάθε είδος συμπεριφοράς. Δίνω τώρα για να πάρω αρ­γότερα, μια συμπεριφορά βασισμένη στην ελπίδα της ανταπόδο­σης. Η κοινή μας όμως εμπειρία υποδεικνύει ότι ο άνθρωπος επιδί­δεται καθημερινά και συνεχώς σε αλληλέγγυα συμπεριφορά άνευ όρων, ακόμη και προς άτομα τα οποία δεν πρόκειται να ξαναδεί, ώστε να λάβει την ανταπόδοση. Και η νευροβιολογία μάς αποκα­λύπτει ότι ο αυθόρμητος και άδολος αλτρουισμός που προκύπτει από την ικανότητά μας να συναισθανόμαστε τις ανάγκες των άλλων, πλημμυρίζει τον εγκέφαλό μας με τις ορμόνες της χαράς. Επιπλέον. στα πιο ευφυή και κοινωνικά ζώα, η κατεύθυνση της έμφυτης συμπεριφοράς του ατόμου τροποποιείται ισχυρά από τη μά­θηση, το αποτέλεσμα δηλαδή της κοινωνικής εκπαίδευσης. Στον άνθρωπο, ιδιαίτερα, η διάρκεια αυτής της εκπαίδευσης τον βοηθά να συνειδητοποιεί τους κανόνες της ύπαρξής του, των σχέσεών του με το φυσικό και το κοινωνικό περιβάλλον, και των συνεπειών των πράξεων του. Δεν μπορεί πλέον να δηλώνει άγνοια. Και δεν διαθέ­τει το βιολογικό άλλοθι της ασυνειδησίας.

Μανέτας Γιάννης, Η ζωή σήμερα, άλλοτε, αλλού και στο μέλλον, Η λογική των βιολογικών συστημάτων, 
Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2018, σελ. 259-266

Δεν υπάρχουν σχόλια: