Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2018

Ηλία Έρενμπουργκ, Ένα επεισόδιο από τον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο


Αντιαεροπορικά πυροβόλα στραμμένα στον ουρανό του Λένινγκραντ. Η Πολιορκία του Λένινγκραντ (η σημερινή Αγία Πετρούπολη) ή Πολιορκία των 900 ημερών κράτησε από τον Σεπτέμβριο του 1941 έως τον Ιανουάριο του 1944.
 
 
Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα από τα απομνημονεύματα του σοβιετικού δημοσιογράφου, συγγραφέα και ιστορικού Ηλία Έρενμπουργκ (1891-1967). Στο απόσπασμα σκιαγραφείται η προσωπικότητα του ρώσου στρατηγού Βλάσοβ, ο οποίος αιχμαλωτίστηκε από τους Γερμανούς και συνεργάστηκε μαζί τους, συγκροτώντας μονάδες από Ρώσους αιχμαλώτους, που πολέμησαν εναντίον της πατρίδας τους. Τους λόγους τους εξηγεί ο Έρενμπουργκ στο κείμενο. Με αφορμή την περίπτωση Βλάσοβ αλλά και τη δράση άλλων Ρώσων στρατιωτών, ο συγγραφέας καταλήγει σε ορισμένες πολύ ενδιαφέρουσες σκέψεις για την ανθρώπινη ψυχή.


 
 
Κάθουμαι τώρα και αναλογίζομαι τούτο το βιβλίο· γράφω το προτελευταίο μέρος, πλησιάζω συνεπώς στο τέλος. Ο αναγνώστης μπορεί να ρωτήσει, γιατί τα χρόνια που έζησα φαντάζουν συχνότατα μαύρα, ενώ οι άνθρωποι που έτυχε να συναντήσω, έχουν σκιαγραφηθεί με αγάπη κι έχουν τονιστεί οι καλές τους πλευρές. Φυσικά, συνάντησα καταδότες, συμφεροντολόγους, αυτόμολους, αριβιστές, δεν έπιασα όμως φιλίες με δαύτους, όχι επειδή διέθετα καμιά ιδιαίτερη διορατικότητα, αλλά γιατί απλούστατα με ευνόησε η τύχη. Είχα κι εγώ τις απογοητεύσεις μου, γιατί κι αν δεν έπιανα φιλίες, είχα πάντως τυπικές σχέσεις με ανθρώπους που αποδείχτηκαν μικρόψυχοι, άκαρδοι, προτιμώ ωστόσο, τώρα που ξαναφέρνω στη μνήμη μου πολλά και διάφορα, να μην κάνω λόγο γι’ αυτούς, μα για τα χρόνια, για τις περιστάσεις που ευνο­ήσανε την ψυχική κατάπτωση, δεδομένου μάλιστα ότι δεν είμαι καθόλου σίγουρος για την αμεροληψία μου.

Ωστόσο, κει που αναθυμόμουνα το παρελθόν, έφθασα ως τη σύντομη συνάντησή μου μ’ έναν άνθρωπο που προξένησε μεγάλο κακό στον λαό μας και δεν μπορώ να παραλείψω αυτό το κεφά­λαιο.

Στις 5 Μαρτίου 1942, ξεκίνησα για το μέτωπο, παίρνοντας τη δημοσιά του Βολοκολάμσκ. Είδα για πρώτη φορά τα ερείπια της Ίστρα, του μοναστηριού της Νέας Ιερουσαλήμ: οι Γερμανοί είχαν πυρπολήσει και ανατινάξει τα πάντα. Είναι κιόλας δώδεκα χρόνια που μένω κοντά στη Νέα Ιερουσαλήμ. Η Ίστρα έχει ξαναχτιστεί, φορές – φορές ωστόσο, περνώντας με το αυτοκίνητο έξω απ’ τα καινούργια σπίτια, το πάρκο, το μνημείο που στήσανε προς τιμήν του Τσέχοβ, βλέπω το χιόνι και τη μαυρίλα κείνης της μακρινής και παγωμένης μέρας, την ερημιά, τον θάνατο.

Πέρασα μέσα απ’ το Βολοκολάμσκ. Κοντά στον λόφο Λουντίνα, σε μια ίζμπα, στεγαζότανε ο σταθμός διοικήσεως του στρατηγού Α. Α. Βλάσοβ. Πρώτα απ’ όλα, μου ’κανε εντύπωση το μπόι του — ένα κι ενενήντα — κι ύστερα ο τρόπος που μιλούσε με τους μαχητές: είταν παραστατικός, ηθελημένα τραχύς, αλλά και εγκάρδιος. Τον καμάρωνα και ταυτόχρονα κάτι με ενοχλούσε — είχε κάτι το θεατρινίστικο στις εκφράσεις του, στον τόνο της φωνής του, στις χειρονομίες. Το βράδι, όταν ο Βλάσοβ άνοιξε μια μεγάλη συζήτηση, κατάλαβα από πού πηγάζει αυτός ο τρόπος συμπεριφοράς του: κάπου δυο ώρες μου μίλαγε για τον Σουβόροβ κι όταν έφυγα, σημείωσα στο καρνέ μου και το εξής: «Μιλάει για τον Σουβόροβ, λες κι έζησε χρόνια μαζί του».

Την άλλη μέρα, κουβεντιάζοντας με τους φαντάρους, τους άκουσα να μου παινεύουν τον στρατηγό τους: «απλός», «γενναίος», «τραυματίστηκε ένας λοχίας και αυτός τον τύλιξε με την κάπα του», «στο βρισίδι είναι μάστορης»…
 

Γερμανοί στρατιώτες της 24ης Μεραρχίας Πάντσερ επιχειρούν (15-9-1942) στον νότιο τομέα του Στάλινγκραντ
 
 
Την εποχή εκείνη γινόταν πόλεμος θέσεων. Διεξάγονταν ατέλειωτες μάχες για το Ανώνυμο ύψωμα, για το χωριό Κοκοράκια. Απ’ το χωριό δεν είχε απομείνει τίποτα. Ενεργούσαν επιθέσεις εναντίον του λοφίσκου, τον καταλαμβάνανε, ύστερα τον εγκαταλείπανε. Την ώρα που καθόμασταν με τον Βλάσοβ σε ενα αμπρί, οι Γερμανοί ανοίξανε καταιγιστικά πυρά. Ο Βλάσοβ μου είπε πως και οι δύο παρατάξεις έχουν μεγάλες απώλειες.

Ύστερα είδα ένα δάσος, που όλα τα δέντρα του είχαν γίνει χίλια κομμάτια απ’ τα βλήματα. Φαινόταν νεκρό. Το χιόνι ήτανε ακόμα άσπρο, γαλαζωπό πού και πού, στον ήλιο όμως ξεθώριαζε κι άρχιζε να λιώνει. Μια ώρα αργότερα, βούιζε όλος ο τόπος. Οι δικοί μας είχαν εξαπολύσει επίθεση. Τα τανκς διώξανε τους Γερμανούς απ’ τη μικρή κοιλάδα.

Μπήκαμε σε ένα αμπρί, όπου θα πρέπει να μένανε Γερμανοί αξιωματικοί: είδα δυο επινικελωμένα κρεββάτια, βδομαδιάτικα περιοδικά πεταμένα στο πάτωμα, με φωτογραφίες του Χίτλερ και κινηματογραφικών αστέρων. Κάποιος μαχητής βρήκε ένα κουτί ολλανδικό κακάο. Οι νοσοκόμοι βγάζανε έξω τους τραυματίες με τα φορεία. Ο Βλάσοβ έλεγε: «Δεν καταφέραμε να φτάσουμε στα Κοκοράκια… Τρισκατάρατα Κοκοράκια!.. Εδώ που τα λέμε, έτσι πρέπει… ροκανίζουμε λίγο λίγο την άμυνά τους…».

Γυρίσαμε πίσω. το κρύο ήταν τσουχτερό. Στον σταθμό διοικήσεως, μια κοπέλα που τη λέγανε Μαρούσια, νοικοκύρεψε τον χώρο: είχε στρώσει στο τραπέζι ένα μικρό τραπεζομάντηλο, άναψε τη λάμπα με το πράσινο αμπαζούρ και σέρβιρε τη βότκα σε γυάλινο καραφάκι. Μου ετοίμασαν ένα κρεβάτι. Μείναμε κουβεντιάζοντας ως τις τρεις το πρωί. Για να ’μαι ακριβέστερος, μίλαγε ο Βλάσοβ, διηγότανε, σχολίαζε, διετύπωνε τις απόψεις του. Ορισμένα πράγματα απ’ όσα μου είπε, τα σημείωσα. Ήταν στον τομέα του Κιέβου, βρέθηκε κυκλωμένος· για κακή του τύχη κρυολόγησε, δεν μπορούσε να βαδίσει, οι φαντάροι τον κουβάλαγαν στα χέρια. Τελικά, βγήκαν απ’ τον κλοιό. Μου είπε πως μετά απ’ αυτό τον βλέπανε με μισό μάτι. «Τότε όμως τηλεφώνησε ο σύντροφος Στάλιν, ρώτησε πώς πάει η υγεία μου κι αμέσως όλοι αλλάξανε στάση απέναντί μου». Τον Στάλιν τον ανέφερε κάμποσες φορές κατά τη διάρκεια εκείνης της συνομιλίας μας. «Ο σύντροφος Στάλιν μου εμπιστεύτηκε μια στρατιά. Γιατί πρέπει να ξέρετε πως ήρθαμε εδώ -απ’ την Κράσναγια Πολιάνα— ξεκινήσαμε απ’ τα τελευταία σπίτια της Μόσχας και προελάσαμε εξήντα χιλιόμετρα χωρίς να σταματήσουμε πουθενά. Ο σύντροφος Στάλιν με κάλεσε και μου εξέφρασε την ευγνωμοσύνη του» … Ο Βλάσοβ κατέκρινε πολλά πράγματα: «Δεν εκπαιδεύσαμε καλά τους στρατιώτες. Ρώτησα έναν κόκκινο φαντάρο ποιος είναι ο διοικητής του λόχου του κι εκείνος μου απάντησε «κείνος ο κοκκινομάλλης», ούτε το επίθετό του δεν ήξερε. Δεν τους διδάξαμε να έχουν σέβας. Ο Σουβόροβ όμως ήξερε να κρατάει τη θέση του …». Θέλοντας να επαινέσει οτιδήποτε, έλεγε: «Πολύ πολιτισμένο, πολύ καλό». Μιλώντας για ένα κορίτσι που κρεμάσανε οι Γερμανοί, τους έβρισε και πρόσθεσε: «Θα μας το πληρώσουν…». Σε λίγο είπε: «Έχουμε όμως αρκετά να διδαχθούμε από δαύτους. Είδατε τα κρεβάτια στο αμπρί; Από πόλη τα κουβάλησαν. Ο κάθε φαντάρος τους σέβεται τον διοικητή του, δε θα σου πει "κείνος ο κοκκινομάλλης"…» Μιλώντας για τις πολεμικές επιχειρήσεις, πρόσθεσε: «Λέω στους φαντάρους: δε σας φροντίζω επειδή σας λυπάμαι, αλλά επειδή θέλω να σας διαφυλάξω. Αυτό το καταλαβαίνουν…».

Τη νύχτα, νεύριασε: οι Γερμανοί φωτίσανε με ρουκέτες τον ουρανό. «Φέρνουν ενισχύσεις αεροπορικώς. Αύριο, θα ξαναπάρουν σίγουρα τη μικρή κοιλάδα…». Συχνά, για να εκφράσει εναργέστερα τη σκέψη του, μεταχειριζότανε διάφορες παροιμίες, ή έκανε καλαμπούρια. Είπε και παροιμίες που δεν τις είχα ξανακούσει και μια απ’ αυτές χαράχτηκε στη μνήμη μου: «Ο κάθε Θοδωρής στη βιάση του, βρίσκει τις προφάσεις του». Έλεγε ακόμα πως το κυριότερο είναι η πίστη στον σκοπό· αυτό σκεφτόταν και στην περικύκλωση: «Θα τα καταφέρουμε, η πίστη στον σκοπό θα μας εμψυχώσει…».

Νωρίς το πρωί, κάλεσαν τον Βλάσοβ στο τηλέφωνο. Γύρισε, ταραγμένος: «Ο σύντροφος Στάλιν μου έδειξε μεγάλη εμπιστοσύνη…». Στείλανε τον Βλάσοβ σε άλλον τομέα. Στο λεφτό, έβγαλαν έξω τα πράγματά του. Η ίζμπα άδειασε. Επιστατούσε η Μαρούσια, που φόραγε μια βραχεία ντουμπλαρισμένη με βάτες. Ο Βλάσοβ με πήρε στο αυτοκίνητό του — πήγε στην πρώτη γραμμή να αποχαιρετήσει τους μαχητές. Εκεί, κάτω απ’ τα πυρά των όλμων χωρίσαμε. Αυτός έφυγε για τη Μόσχα, εμένα με κράτησαν οι στρατιωτικοί: «Καθίστε να φάμε μαζί…». Tη νύχτα γύρισα στη Μόσχα. Σκάγανε τα βλήματα του αντιαεροπορικού. Μα εγώ σκεφτόμουνα τον Βλάσοβ. Μου είχε φανεί ενδιαφέρων άνθρωπος, φιλόδοξος αλλά και θαρραλέος· με συγκίνησαν τα όσα είπε για την πίστη στον σκοπό. Στο άρθρο μου για τις μάχες του Ανώνυμου υψώματος, περιέγραψα με λίγα λόγια και τον διοικητή της στρατιάς.

Ο συνταγματάρχης Κάρποβ μου είπε πως αναθέσανε στον Βλάσοβ τη διοίκηση της 2ας στρατιάς κρούσεως, που θα επιχειρήσει να διασπάσει την πολιορκία του Λένινγκραντ. Γιατί όχι, σκέφτηκα, δεν είναι κι άσχημη η εκλογή…

Τέσσερις μήνες αργότερα και συγκεκριμένα στις 16 Ιουλίου, οι Γερμανοί μεταδώσανε την είδηση ότι συνέλαβαν έναν ανώτατο σοβιετικό διοικητή. Είχε κρυφτεί σε μια ίζμπα, φόραγε στολή φαντάρου, μα σαν είδε τους Γερμανούς, άρχισε να φωνάζει πως είναι στρατηγός κι όταν τον πήγανε στο επιτελείο, απέδειξε πως είναι πράγματι ο διοικητής της ειδικής στρατιάς, στρατηγός Βλάσοβ.

Αργότερα, ένας Σοβιετός αξιωματικός, που βγήκε από την περικύκλωση, μου είπε πως ο Βλάσοβ είχε τραυματιστεί ελαφρώς στο πόδι, περπάταγε στην άκρη του δρόμου, ακουμπώντας σε ένα ραβδί και έβριζε.

Πέρασε ένας μήνας ακόμα και οι Γερμανοί μεταδώσανε την είδηση πως ο στρατηγός Βλάσοβ συγκροτεί μια στρατιά από αιχμαλώτους πολέμου· η στρατιά θα πολεμήσει «παρά το πλευρόν της Γερμανίας — προς εδραίωσιν εν Ρωσία της νέας τάξεως και του εθνικοσοσιαλιστικού καθεστώτος».

Μου φέρανε μια προκήρυξη, που ρίξανε οι Γερμανοί στο μέτωπο, την έχω ακόμα φυλαγμένη. Στην προκήρυξη γίνεται λόγος και για μένα: «Ο βρομοοβριός ο Έρενμπουργκ έχει λυσσάξει απ’ το κακό του». Την προκήρυξη την υπέγραφαν οι «Βλασοβικοί». Την διάβασα, θυμήθηκα τον ψηλό στρατηγό που εδώ και έξι μήνες με αποχαιρέτησε φιλώντας με σταυρωτά τρεις φορές και δεν κρατήθηκα: ξεστόμισα μια βρισιά (όχι και τόσο εξεζητημένη είναι αλήθεια, ούτε και πολύ πρωτότυπη — εγώ δεν είμαι Βλάσοβ).
 

Σοβιετικοί στρατιώτες κινούνται μέσα σε ένα χαράκωμα στα ερείπια του Στάλινγκραντ

 
Φυσικά, η ξένη ψυχή είναι σκότος· παρ’ όλα αυτά, παίρνω το θάρρος να διατυπώσω εδώ τις εικασίες μου. Ο Βλάσοβ δεν είναι ούτε Βρούτος, ούτε πρίγκιπας Κούρμπσκι, νομίζω πως όλα ήτανε πολύ πιο απλά. O Βλάσοβ ήθελε να εκπληρώσει το καθήκον που του είχαν αναθέσει· ήξερε πως θα τον συγχαρεί και πάλι ο Στάλιν, θα πάρει άλλο ένα παράσημο, θα ανέβει, θα καταπλήξει τους πάντες με την ικανότητά του να ανακατεύει τσιτάτα απ’ τον Μαρξ με χωρατά του Σουβόροβ. Τα πράγματα ήρθαν διαφορετικά: οι Γερ­μανοί ήταν ισχυρότεροι, η στρατιά του βρέθηκε και πάλι περικυ­κλωμένη. Ο Βλάσοβ, θέλοντας να σωθεί, άλλαξε στολή. Όταν είδε τους Γερμανούς, τρόμαξε: έναν απλό φαντάρο ενδέχεται να τον σκοτώνανε επί τόπου. Σαν βρέθηκε αιχμάλωτος, άρχισε να σκέφτεται τι να κάνει. Είχε αποστηθίσει τα κομματικά μαθήματα, μιλούσε με ενθουσιασμό για τον Στάλιν, δεν είχε όμως πεποιθήσεις, είχε μόνο φιλοδοξίες. Κατάλαβε πως η στρατιωτική του καριέρα είχε τελειώσει. Αν νικήσει η Σοβιετική Ένωση, στην καλύτερη περί­πτωση θα του δώσουν χάρη. Συνεπώς, ένα πράγμα του μένει: να δεχτεί την πρόταση των Γερμανών και να κάνει ό,τι περνάει απ’ το χέρι του για να νικήσει η Γερμανία. Τότε θα γίνει γενικός στρα­τιωτικός διοικητής ή υπουργός των στρατιωτικών της διαμελισμέ­νης Ρωσίας, υπό την προστασίαν του Χίτλερ. Φυσικά, ο Βλάσοβ δεν είπε ποτέ σε κανέναν αυτές τις σκέψεις· μιλώντας απ’ το ραδιόφωνο, δήλωσε πως είχε μισήσει από καιρό το σοβιετικό καθε­στώς, πως διακαής του πόθος είναι «να απελευθερώσει τη Ρωσία από τους μπολσεβίκους», ωστόσο ο ίδιος μου είχε πει την παροιμία: «Ο κάθε Θοδωρής στη βιάση του, βρίσκει τις προφάσεις του»…

Ο Βλάσοβ κατόρθωσε να συγκροτήσει αρκετές μεραρχίες, εντάσσοντας στις γραμμές τους αιχμαλώτους πολέμου. Άλλοι δέχτηκαν να ενταχθούν για να μην πεθάνουν απ’ την πείνα, άλλοι επειδή φοβόντουσαν τους δικούς τους. Οι βλασοβικοί δεν έδειξαν και μεγάλο ζήλο στις μάχες και οι Γερμανοί τους χρησιμοποίησαν κυρίως για την κατάπνιξη του παρτιζάνικου κινήματος. Όταν πήγα μετά τον πόλεμο στη Γαλλία, οι κάτοικοι της Λιμουζίν μου αφηγήθηκαν τις αγριότητες που διέπραξαν οι βλασοβικοί εναντίον του πληθυσμού. Κακοί άνθρωποι υπάρχουν παντού, αυτό δεν εξαρτάται ούτε από το πολιτικό καθεστώς, ούτε από τη διαπαιδαγώγηση.

Τον Ιούλιο του 1942, όταν ο Βλάσοβ αποφάσισε να μπει στην υπηρεσία των εχθρών της πατρίδας του, τρεις πολυβολητές και η νοσοκόμα Βέρα Στεπάνοβνα Μπάντινα, διαφεντεύανε ένα μικρό ύψωμα, κοντά στο χωριό Μπολσόϊ Ντόλζικ. Τους περικύκλωσε ένα τάγμα, αυτοί εξακολουθούσαν να αμύνονται. Οι Γερμανοί τούς χτύπησαν με το πυροβολικό. Ένα βλήμα σκότωσε δυο πολυβολητές, ο τρίτος και η νοσοκόμα τραυματίστηκαν βαριά. Οι Γερμανοί αποτέλειωσαν επί τόπου τον πολυβολητή Ναπίκοβ, την αιμόφυρτη κοπέλα όμως, την απειλούσανε με το πιστόλι — ήθελαν να την αναγκάσουν να τους ζητήσει έλεος. Η Βέρα Μπάντινα, ζήτησε πράγματι απ’ τον Γερμανό αξιωματικό, όχι έλεος όμως, αλλά το πιστόλι του, για να αυτοκτονήσει. Ήταν είκοσι εννιά χρονών.

Και την ίδια μέρα που μου φέρανε την προκήρυξη, έλαβα ένα γράμμα με τη σημείωση: «Βρέθηκε πάνω στον λοχία Μάλτσεβ Γιάκοβ Ιλίτς, που σκοτώθηκε στο Στάλινγκραντ». Να τι έγραφε ο Μάλτσεβ: «Αγαπητέ Ηλιά Γκριγκόριεβιτς! Πολύ σας παρακαλώ να διορθώσετε το κακογραμμένο κείμενό μου και να το δημοσιέψετε στην εφημερίδα. Ο επιλοχίας Λύτσκιν Ιβάν Γκεόργιεβιτς ζει. Ήθελαν να τον προτείνουν για μεγάλο παράσημο, μα απ’ το τάγμα στο οποίο ανήκαμε, δεν έμεινε σχεδόν κανένας. Αύριο ή μεθαύριο, πάω στη μάχη. Μπορεί να σκοτωθώ. Στις τελευταίες μου στιγμές, νιώθω να σφίγγεται η καρδιά μου που δε θα μάθει ο λαός το ηρωικό κατόρθωμα του επιλοχία Λύτσκιν». Ο λοχίας περιέγραφε πώς περικυκλώθηκε το τάγμα του τον Αύγουστο του 1941. Ορισμένοι δείλιασαν, αυτομόλησαν στους Γερμανούς, άλλους τους σκοτώσανε· ζωντανοί μείνανε τρεις κι ο Λύτσκιν τους έβγαλε απ’ την περικύκλωση, κατέστρεψε ένα γερμανικό τανκς, συνέλαβε αιχμάλωτους δυο Γερμανούς. Εξεπλήρωσα τότε τη μεταθα­νάτια θέληση του Μάλτσεβ. Πηγαίνοντας στη μάχη και καταλαβαίνοντας πως τον περιμένει ο θάνατος, δεν σκεφτότανε τον εαυτό του κείνη την τελευταία νύχτα· σκεφτότανε τον εν όπλοις σύντροφό του.

Μπορείς τάχα να απαντήσεις στην ερώτηση: τι είναι ο άνθρωπος, τι είναι ικανός να κάνει; Προφανώς, είναι ικανός για τα πάντα, για όλα χωρίς εξαίρεση. Μπορεί να πέσει χαμηλά, όπως έπεσε ο Βλάσοβ, μπορεί όμως να ανέβει τόσο ψηλά, που δε βρίσκεις λόγια να το περιγράψεις. Σκεφτόμουνα συχνά, πόσο διαφορετικοί είναι οι άνθρωποι που μεγάλωσαν στην ίδια χώρα, που πήγανε στα ίδια σχολεία, που λέγανε και ξαναλέγανε τα ίδια λόγια. Γι’ αυτό ίσα  ίσα αποφάσισα να προσθέσω στην αφήγησή μου και την περίπτωση του Βλάσοβ. Όλοι τον ξέχασαν από καιρό, ακόμα και οι συνεργάτες του, που κατέφυγαν έγκαιρα στην αμερικανική ζώνη κατοχής. Φυσικά, τώρα πια δεν εξυμνούν τον εθνικοσοσιαλισμό, μα τον «ελεύθερο κόσμο»· προτιμούν να μη θυμούνται πως υπήρξαν κάποτε βλασοβικοί.

Τα πουλιά πετάνε, τα ερπετά σούρνονται. Ο άνθρωπος όμως δεν είναι μόνο ένα παμφάγο πλάσμα, μα έχει επιπλέον και τις ιδιότητες όλων των πλασμάτων — άλλοτε ανοίγει τα φτερά του και πετάει ψηλά, άλλοτε έρπει στο χώμα· αυτό το ξέρουν όλοι κι ωστόσο είναι αδύνατο να το συνηθίσεις, αυτό εκπλήσσει όχι μόνο ένα παιδί μα κι έναν γέρο, που θα ’λεγε κανείς πως έχει χάσει πια το χάρισμα της απορίας.

πηγή: https://sarantakos.wordpress.com/2016/07/03/ehrenburg/

❦ 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: