Σάββατο 19 Μαΐου 2018

Διανοούμενοι (μερικά ακόμη κείμενα και μια συνέντευξη της Δημουλά)


Ν. Εγγονόπουλος, Ποιητής και η Μούσα (1958) Αθήνα, Εθνική Πινακοθήκη 
 
 
Πρώτα θα διαβάσουμε δύο άρθρα που διερευνούν τον ρόλο των διανοουμένων. Ακολουθεί απόσπασμα από μια συνέντευξη που έδωσε πριν λίγα χρόνια η γνωστή ποιήτρια και ακαδημαϊκός Κική Δημουλά. Μιλά για τους διανοούμενους και τη δημόσια εικόνα τους. Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου.

Στο 1ο άρθρο αξίζει να προσέξετε: (α) τα κριτήρια με τα οποία προσπαθεί ο συντάκτης του κειμένου να ορίσει τον διανοούμενο, (β) την απάντηση που δίνει στο ερώτημα που έθεσε στην § 1. 

Νάσος Βαγενάς, Τοπίο στην ομίχλη  (Το Βήμα,  21 Μαρτίου 2010) 

Για να απαντήσουμε στο ερώτημα αν σιωπούν οι διανοούμενοι σήμερα στη χώρα μας θα πρέπει πρώτα να προσδιορίσουμε ποιοι είναι οι διανοούμενοι στη χώρα μας, πράγμα κάθε άλλο παρά εύκολο. Διότι η έννοια του διανοουμένου είναι στα καθ΄ ημάς τόσο συγκεχυμένη που θα έπρεπε πρώτα να επιχειρήσουμε ορισμένες βασικές διακρίσεις.

Η βασικότερη διάκριση που θα μπορούσε να σκεφθεί κανείς είναι εκείνη ανάμεσα στην ευρύτερη και στη στενότερη έννοια του όρου. Με την ευρύτερη έννοια διανοούμενος είναι -μιλάω πάντοτε για την Ελλάδα- εκείνος που θεωρείται διανοούμενος (είτε από τους άλλους είτε από τον εαυτό του). Με την έννοια αυτή οι διανοούμενοι είναι σήμερα τόσο πολλοί ώστε να αποτελούν μία από τις πολυπληθέστερες τάξεις στη χώρα μας. Με τη στενότερη -δηλαδή, με την ακριβέστερη- έννοια του όρου, διανοούμενοι, κατά τη γνώμη μου, είναι όσοι διαθέτουν τις εξής τρεις ιδιότητες (και τις τρεις): 

α) Έχουν τις απαιτούμενες γνώσεις για τα φλέγοντα κοινωνικοπνευματικά ζητήματα της εποχής τους. β) Σκέφτονται με το μυαλό τους, όχι με το μυαλό των άλλων. γ) Διατυπώνουν δημοσίως τις σκέψεις τους για τα παραπάνω ζητήματα. 

Σύμφωνα με την έννοια αυτή, οι διανοούμενοι στη χώρα μας είναι, αν δεν κάνω λάθος, τόσο λίγοι ώστε να μην μπορούν να γεμίσουν μια αίθουσα σεμιναρίου. Και τούτο γιατί οι περισσότεροι από τους διανοουμένους με την ευρεία έννοια δεν διαθέτουν τη δεύτερη -και σπουδαιότερη- από τις τρεις ιδιότητες που διακρίνουν τους διανοουμένους με την ακριβέστερη, δηλαδή με τη σωστή, έννοια του όρου (πολύ συχνά δεν διαθέτουν ούτε και την πρώτη). Είναι, πιστεύω, σπουδαιότερη η δεύτερη ιδιότητα, γιατί διανοούμαι σημαίνει στοχάζομαι, συλλογίζομαι σε βάθος, σκέφτομαι κριτικά.

[...] Τα παραπάνω ήταν, πιστεύω, απαραίτητα αν θέλουμε να απαντήσουμε με κάποια ακρίβεια στο ερώτημα αν οι έλληνες διανοούμενοι σιωπούν ή όχι σήμερα, σε μιαν εποχή που ο λόγος της διανόησης είναι στον τόπο μας ιδιαίτερα αναγκαίος. Σε ό,τι αφορά τους διανοουμένους με την ουσιαστική έννοια του όρου, θα έλεγα ότι γενικά δεν σιωπούν, με τη διευκρίνιση όμως ότι, επειδή είναι πολύ λίγοι και επειδή ορισμένοι από αυτούς μιλούν λιγότερο απ’ ό,τι θα έπρεπε ή δεν μιλούν καθόλου, η φωνή τους διακρίνεται πολύ δύσκολα. Και αυτό γιατί χάνεται κάτω από τη φωνή των διανοουμένων με τη μη ουσιαστική έννοια του όρου, οι περισσότεροι από τους οποίους όχι μόνο μιλούν, ενίοτε ακατάσχετα, αλλά και συχνά φωνασκούν.


Στο 2ο άρθρο αξίζει να προσέξετε: (α) την κοινή αντίληψη για τον ρόλο του διανοούμενου, (β) την άποψη της αρθρογράφου για το ζήτημα [αναφέρεται στις §§ 4-5]. 

Βάσω Κιντή, Υπάρχουν τολμηρές φωνές  (Το Βήμα,  21 Μαρτίου 2010) 

Ο Ρενέ Ντεκάρτ, ήρωας του Διαφωτισμού και θεμελιωτής της νεώτερης σκέψης, μαθαίνοντας το 1633 για τη δίκη του Γαλιλαίου από την Ιερά Εξέταση αποφασίζει να μη δημοσιεύσει την πραγματεία του περί Κόσμου και γράφει στον φίλο του Μερσέν ότι οι σκέψεις του δεν του είναι τόσο προσφιλείς για να διακινδυνεύσει μια ανάλογη δοκιμασία. Το μότο μου στη ζωή, γράφει, ήταν πάντα η φράση Βene vixit, qui bene latuit («Ζει καλά ο λάθρα βιώσας», φράση του Οβίδιου που ανακαλεί το επικούρειο «λάθε βιώσας»).

[…] Όσοι ρωτούν σήμερα, αλλά και κατά καιρούς, για τη σιωπή των διανοουμένων υπονοούν ότι θα πρέπει να τολμούν. Να τολμούν όχι μόνο να γνωρίσουν, όπως μας προέτρεπε ο άλλος ήρωας του Διαφωτισμού, ο Καντ (sapere aude), αλλά και να μιλούν, υπερασπιζόμενοι με παρρησία στον δημόσιο χώρο τόσο τις απόψεις τους όσο και υποθέσεις που αφορούν το κοινό καλό. 

Η ιδέα πίσω από αυτή την παραίνεση είναι από τη μια ότι οι διανοούμενοι υπόκεινται μόνο στις δεσμεύσεις του λόγου, της αλήθειας, της δικαιοσύνης και δεν περιορίζονται, ή δεν πρέπει να περιορίζονται, από εξαρτήσεις και δουλείες υλικές, είναι δηλαδή ανεξάρτητοι, και από την άλλη ότι έχουν την ικανότητα, και ίσως την ισχύ, για να μιλήσουν για αυτούς, ή εξ ονόματος αυτών, που δεν μπορούν ή δεν έχουν τη γνώση. 

Η εικόνα αυτή είναι παρωχημένη, εξιδανικευμένη και προβληματική. Οι διανοούμενοι δεν εγκαταβιούν στον χώρο του πνεύματος και δεν είναι το μέσον για να εκφραστούν δεδομένες αλήθειες του λόγου. Δεν έχουν πλέον μόνον αυτοί πρόσβαση στη γνώση, ενώ σε μια δημοκρατία όλοι οι πολίτες έχουν ευθύνη να μιλούν και να μεριμνούν για τις δημόσιες υποθέσεις. Δεν χρειάζεται να γίνονται ειδικά οι διανοούμενοι παράκλητοι. Το παράδειγμά τους ωστόσο είναι σημαντικό. Δεν είναι τόσο παράδειγμα σήμερα διαφωτιστή, καθοδηγητή ή αφ’ υψηλού συνήγορου, αλλά παράδειγμα πολίτη που δεν εκφοβίζεται από μεγάλες ή μικρές εξουσίες, που φέρνει νέες ιδέες και τις ειδικές γνώσεις του στη δημόσια σφαίρα και υπερασπίζεται με ευαισθησία, αλληλεγγύη και συνέπεια αξίες και αρχές όχι για ένα ατομικό ιδιοτελές όφελος αλλά για το κοινό συμφέρον. 

Στην Ελλάδα σήμερα υπάρχουν διανοούμενοι που τολμούν και μιλούν, συνήθως με επώδυνο γι’ αυτούς κόστος. Δεν ακούγονται όμως πολύ, γιατί η κοινή γνώμη είναι εθισμένη να αναγνωρίζει ακόμη και ως αντισυμβατικό ό,τι της είναι ήδη οικείο. Για να θεωρηθεί ότι μιλούν, πρέπει οι διανοούμενοι να πουν αυτό που η κοινή γνώμη έχει μάθει να περιμένει ως λόγο διανοουμένων και καλλιτεχνών. […] Μπορεί ωστόσο, αν έτσι έχουν τα πράγματα, ακόμη και το κοινότοπο πλέον αίτημα να μη σιωπούν οι διανοούμενοι να λειτουργεί υπομνηστικά για να μας κατευθύνει να αναζητήσουμε τις πραγματικά τολμηρές και υπεύθυνες φωνές που προσθέτουν στα δημόσια πράγματα τις γνώσεις, την κρίση και την εμπειρία τους όχι ως αυθεντίες με οίηση, αλλά ως πολίτες με ενδιαφέρον για ένα κοινό μέλλον.


 


Η Κική Δημουλά απαντά αποκλειστικά στο maga.gr

 συντάκτης: Δημήτρης Παπαδημητριάδης, MD MSc, ιατρός

Τον γύρο του διαδικτύου κάνουν οι δηλώσεις που φέρεται να έκανε η ποιήτρια Κική Δημουλά. Σύμφωνα με πρόσφατο δημοσίευμα, στη διάρκεια εκδήλωσης των Atenistas στην Κυψέλη, η ποιήτρια φέρεται να είπε ότι “δεν αντέχει τους μετανάστες στην Κυψέλη μιας και είναι τόσοι πολλοί που πιάνουν τα παγκάκια και δεν μπορεί να κάτσει κανείς στην πλατεία”. Ένας άνθρωπος που στεναχωριέται για τη μοίρα του ανθρώπου δύσκολα λειτουργεί ρατσιστικά, σκέφτηκα και επικοινώνησα μαζί της.
 
[…] Επιμένω στην ερώτησή μου περί της σιωπής. Της λέω ότι οι νέοι άνθρωποι αισθάνονται πως οι περισσότεροι πνευματικοί άνθρωποι σιωπούν για ό,τι συμβαίνει γύρω μας. Την εξοργίζω. “Ποιος είναι ο πνευματικός άνθρωπος;” με ρωτάει έντονα. Μου μιλάει για έναν ιδιότυπο ρατσισμό υπέρ των πνευματικών ανθρώπων. “Να συζητήσουμε αυτή τη γελοία παρανόηση και μεγαλοποίηση του όρου "πνευματικός άνθρωπος"; Τι είναι αυτός ο πνευματικός άνθρωπος που από έναν πάσχοντα ξέρει περισσότερα; Γιατί; Είναι έξυπνος; Έλυσε κανένα πρόβλημα της χώρας του ο πνευματικός άνθρωπος; Έχει καμία εξουσία; Ή μήπως γιατί βγαίνει κάθε τόσο σε μια εφημερίδα ή σε ένα κανάλι και αποφαίνεται; Δεν μπορώ να το δεχτώ. Αυτό είναι ο ρατσισμός, να θεωρούμε τους πνευματικούς ανθρώπους αξιότερους να εκφράζονται και να επηρεάζουν περισσότερο από ό,τι οι ίδιοι οι δεινοπαθούντες.”  

Είναι κατηγορηματική. “Δεν έχουν όμως καμία δύναμη οι πνευματικοί άνθρωποι και δεν πρέπει να τους ανεβάζετε σε βαθμό εξουσίας, ωσάν όλοι οι άλλοι άνθρωποι να είναι ηλίθιοι. Δεν είναι ηλίθιος κανένας. Όλοι ενστικτωδώς γνωρίζουν τι είναι το συμφέρον και τι το βλαβερό. Δεν είναι ανάγκη να έχουν σπουδάσει, δεν είναι ανάγκη να έχουν γράψει ποιήματα. Το ωραίο και το άσχημο, το δίκαιο και το άδικο, τα μυρίζεται κανένας, χωρίς να είναι καλλιτέχνης, ζωγράφος ή ποιητής. Αυτά είναι μια κρούστα εξευγενίσεως και αυτή η κρούστα δεν είναι τόσο στέρεη. Καμιά φορά αν σπάσει, χύνεται από μέσα και λερωμένο περιεχόμενο”, μου λέει με νόημα. 
 

Η Κική Δημουλά (1931) είναι ποιήτρια
και τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών
στην έδρα της ποίησης


Είναι σειρά μου να κάνω μια παύση. Την ακούω με προσοχή τόση ώρα και σκέφτομαι κάπου εδώ το θέμα της έκθεσης που έγραψα κάποτε στις πανελλαδικές εισαγωγικές εξετάσεις για το Πανεπιστήμιο “Ποιά είναι τα πρότυπα που πρέπει να έχουν οι νέοι”. Η απάντησή μου τότε πρέπει να μου είχε στοιχίσει αρκετούς βαθμούς. Είχα γράψει ότι οι νέοι πρέπει να δημιουργούν δικά τους πρότυπα και να κάνουν πρότυπο τον εαυτό τους. Συνομιλώ λοιπόν με την Κική Δημουλά που διαβάζω από μικρός και αγαπώ όσο λίγους σύγχρονους ποιητές. Ποιον να ακούνε οι νέοι άνθρωποι; “Τη συνείδησή σας και τη σοφία σας που αποκτάτε από τις εικόνες που έχετε στο δρόμο. Δεν μπορεί να μην γίνεστε σοφός ζώντας ανάμεσα σε κόσμους και σε ανθρώπους ετερόκλητους. Ξέρετε ότι οι άνθρωποι διαφέρουν μεταξύ τους. Ένας πνευματικός άνθρωπος έχει μικρότητες όπως και ένας μη πνευματικός άνθρωπος. Έτσι νομίζετε εσείς, ότι η ποίηση εξαγνίζει. Η ποίηση είναι άλλο, αγαπητέ μου, και ο χαρακτήρας μας είναι άλλο.”
 
Ξέρω τι μου λέει. Αλλά ως ψυχίατρος έχω ελάχιστες αμφιβολίες ότι και η ίδια η “συνείδηση” δεν μπορεί να χειραγωγηθεί από εκείνον που γνωρίζει καλά την τέχνη. Συμφωνεί με αυτό. “Βεβαίως χειραγωγείται. Αλλά να θυμάστε πάντοτε, το χάρισμα, αν υπάρχει και αν πρόκειται για χάρισμα, είναι ανεξάρτητο σημείο από τον χαρακτήρα. Έχω δει εξαίσιους ποιητές να είναι δολοφόνοι και προδότες. Το γράφει άλλωστε η ιστορία. Τι ανάγκη έχετε εσείς να σας πω εγώ τι να κάνετε;”. Με ρωτάει “Αυτοί που μας κυβερνούν, δείχνουν να λογαριάζουν τους πνευματικούς ανθρώπους;”. Έχει δίκιο. Στις μέρες μας δεν φαίνονται να τους φοβούνται. Και συνεχίζει “αυτό σημαίνει ότι οι πνευματικοί άνθρωποι είναι μια φούσκα ως έννοια που δεν τρομάζει κανέναν. Πιστέψτε με. Έπρεπε να έχει πάρει ο Σεφέρης το Νόμπελ και ο Ελύτης το Νόμπελ, για να πουν μια κουβέντα η οποία να γραφτεί στην ιστορία. Ο Σεφέρης μίλησε για τη Χούντα. Γράφτηκε στην ιστορία… Μία κουβέντα.” 

Τη ρωτάω αν αυτό είναι οξύμωρο με τη δική της περίπτωση. Η ίδια πιστεύει πως δέχεται επίθεση. Κάποιον τρομάζει λοιπόν. Αστειεύεται, καταφατικά “Εγώ είπα μια φορά καλημέρα σας στον Ηλία Ψινάκη και ξεσηκώθηκε ο τύπος και οι πνευματικοί άνθρωποι ότι τάσσομαι πολιτικά με τον Ηλία Ψινάκη. Ε λοιπόν, δεν έχω σωτηρία. Μόνο όταν πεθάνω θα ησυχάσουν. Δεν έχω καμία αντίρρηση να πεθάνω, αν και μισώ τον θάνατο. Αλλά δεν μπορώ πια να είμαι το κόκκινο πανί όλων αυτών των ανθρώπων που δεν ξέρω τι συμπλέγματα τους κυνηγούν επιτέλους.” 

Μου προτείνει εμφατικά ότι οφείλουμε να υποπτευόμαστε τους πνευματικούς ανθρώπους. “Γιατί είναι φιλόδοξοι. Δεν βγάζω τον εαυτό μου απ’ έξω, αλλά πραγματικά είμαι πολύ προσεκτική. Φαίνεται όμως η φιλοδοξία μου στο ότι αποφάσισα να λέγομαι ποιήτρια. Κανέναν να μην εμπιστεύεστε και να ακούτε αυτό που βλέπετε. Τι βλέπετε σήμερα.” Μου εξηγεί ότι η ίδια μπορεί να καταλάβει κάποιον που μπορεί να ψέξει την πολιτική, τις αποφάσεις που λαμβάνονται, κάποιον που να μπορεί να υπερασπιστεί “αυτούς τους ανθρώπους που αυτοκτονούν από την πείνα και τη δυστυχία”. Εντοπίζει όμως αυτή τη σημαντική διαφορά: “Δεν χρειάζεται να είναι πνευματικός ο άνθρωπος για να τους υπερασπιστεί. Η ίδια η πράξη της αυτοκτονίας ζητάει υπεράσπιση.”
 
Ανακαλώ ξανά στο μυαλό μου τη βόλτα της με τους Atenistas στην Κυψέλη, πρόσφατα, και τη διάσταση που πήραν οι δηλώσεις της. Οι δημοσιογράφοι έχουν ευθύνη εδώ; “Αλήθεια δεν ξέρω. Βέβαια δημοσιεύθηκε σε εφημερίδα αυτό που ελέχθη από εμένα και τον Κουμανταρέα και από εκεί και πέρα, ποιος το πήρε και τι το έκαναν… δεν νομίζω ότι φταίνε οι δημοσιογράφοι.” Έχει τη γνώμη ότι οι εφημερίδες αν δεν αρπάξουν τέτοιες ευκαιρίες δεν γεμίζουν. Ότι πρέπει να εξασφαλίζουν την ύλη τους. Η ίδια νιώθει ότι οι αντίπαλοί της είναι μια ομάδα ανθρώπων πολύ διαφορετική. “Άνθρωποι που είναι ποιητές, που δεν έχουν αναγνώριση, που θεωρούν ότι εγώ βρέθηκα παραπάνω χωρίς να το αξίζω. Κι όμως δεν επεδίωξα εγώ να μπω στην Ακαδημία Αθηνών. Έχω ακούσει πάρα πολλά. Έχει κουραστεί το αυτί μου. Ούτε την ηλικία μου σέβονται. Ποιον ποιητή ή ποιον συγγραφέα ενόχλησα εγώ ποτέ; Ακούστηκε ποτέ να έχω κακολογήσει ομότεχνό μου; Βέβαια δεν είμαι ικανή εγώ να κατακρίνω. Δεν είμαι τόσο καθαρή και άμεμπτη ώστε να μπορώ.

Δημοσιεύθηκε στις 7/5/2013

Διαβάστε περισσότερα: http://maga.gr/2013/05/07/i-kiki-dimoula-apanta-apoklistika-sto-maga-gr/ [ο σύνδεσμος είναι πλέον ανενεργός]


Δεν υπάρχουν σχόλια: